Φτιάχνοντας τον Εαυτό μας φτιάχνουμε τον κόσμο όλον.

Το αν θα λύσεις το πρόβλημα γίνεται μόνο αν θα κατανοήσεις την ύπαρξη του ιδίου του προβλήματος…αλλιώς δεν χρειάζεσαι προβληματισμούς. ”.».

Διαύγεια… Ονειρα… Αφύπνιση... (Ά ΜΕΡΟΣ).…

Το να ξεχωρίσεις τι είναι πραγματικότητα μέσα στο όνειρο είναι το ίδιο με το να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα όταν βρίσκεσαι ξύπνιος… ….

Π Ρ Ο Π Α Γ Α Ν Δ Α ( 'Β ΜΕΡΟΣ )

Πολλοί πολιτικοί αναλυτές μετά από χρόνια διαπίστωσαν πως το πραγματικό κίνητρο του Β΄ παγΜΟμίου πολέμου ήταν το ότι κάποιες χώρες της Νέας Τάξης θα είχαν οικονομικά οφέλη, όπως η Αμερική που μετά από το κραχ του 1929.

Ο Ποσειδώνας στους Ιχθείς 2012-2025, μια ιδανική στιγμή για την παγκοσμιοποίηση;;;

Λέγετε πως τα παιδιά που θα γεννηθούν αυτήν την συγκεκριμένη περίοδο θα ανοίξουν νέους ορίζοντες για μια ¨νέα εποχή¨ ( αν και όχι απαραίτητα πάντα καλή ).

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο Διαλογισμός και η Κβαντική Θεωρία



Η επιστήμη κάποτε συμβάδιζε με τη φιλοσοφία και έπειτα διαχωρίστηκαν. Μπορεί όμως ακόμα και σήμερα η επιστήμη να βρεθεί κοντά με τις ρίζες της μέσα από την σύνδεση του Διαλογισμού με την Κβαντική Θεωρία Πλανκ, αφού τι είναι η επιστήμη αν όχι μαγεία?

«Ακόμα και η πιο μεγάλη επιστημονική επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από ένα απλό, απίθανο πείραμα.» Αυτό έμελλε να γίνει στα 1900 για την φυσική μέσω του πειράματος που δοκίμασε ο Πλανκ. 
Το πείραμα αφορούσε την παρατήρηση του εσωτερικού ενός φούρνου την ώρα της θέρμανσης ενός υλικού. Το εσωτερικό του φούρνου εκπέμπει φως του οποίου το χρώμα μεταβάλλεται. Το πείραμα ήταν απλό, έμελλε όμως να φέρει την επανάσταση στην φυσική καθώς το προϊόν αυτού ήταν αυτό που πολλοί γνωρίζουμε ως «πακέτα φωτός» ή καλύτερα κβάντα. 

Αν και χρειάστηκε να περάσει ένα χρονικό διάστημα ως το 1905 με την έλευση του Αϊνστάιν για να δοκιμαστεί η θεωρία -μιας και ο επιστήμονας εξήγησε το φωτοηλεκτρικό φαινόμενα με βάση την έννοια των κβάντων του Πλανκ- έπρεπε να περάσει άλλο τόσο ως τα 1925, όταν ο Χάιζενμπεργκ θα έφτανε στη διατύπωση μιας θεωρίας, μιας γενικής κβαντικής θεωρίας «η οποία θα εξηγούσε τη συμπεριφορά οποιουδήποτε σωματιδίου σε οποιοδήποτε άτομο ή μόριο.» 

Η θεωρία του Χαιζενμπεργκ έμεινε γνωστή ως μηχανική μητρών και αποτέλεσε την πρώτη κατάλληλη διατύπωση της κβαντικής μηχανικής. Παρά την συνέχεια και την τελική επικράτηση της θεωρίας του Σρόντιγκερ, θα μείνουμε σε αυτήν του Χάιζενμπεργκ για την ευκολία του άρθρου.



Τόσο ο Πλανκ, όσο και ο Χαιζενμπεργκ έφτασαν στις θεωρίες τους παρατηρώντας την μεταβολή των χρωμάτων του φωτός όταν τα ηλεκτρόνια άλλαζαν ενεργειακές στάθμες σε ένα άτομο, δηλαδή καθώς μεταβάλλονταν σε υψηλότερες ή χαμηλότερες ενεργειακές στάθμες. Ως εκ τούτου από την χαμηλότερη ενεργειακή στάθμη στην υψηλότερη τα μεταβαλλόμενα χρώματα ήταν τα εξής: θολό κόκκινο, φωτεινό κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, γαλαζωπό, λευκό. 
Στο χρωματικό αυτό φάσμα η χαμηλότερη ενεργειακή στάθμη που παρήγαγε το θολό κόκκινο εξέπεμπε ακτινοβολία μεγαλύτερων μήκων κυμάτων. 
Όσο ανέβαιναν τα ηλεκτρόνια ενεργειακή στάθμη και η μεταβολή του χρώματος περνούσε από το σκούρο κόκκινο στο λευκό η εκπεμπόμενη ακτινοβολία μεταφραζόταν σε μικρότερη μήκη κύματος. Το φως μικρότερου μήκους κύματος φέρει σαφώς μεγαλύτερη ενέργεια από το φως μεγαλύτερου μήκους κύματος.

Ας κάνουμε μία νύξη για το χρωματικό φάσμα και την Οπτική. Ξεκινώντας τον 17ο αιώνα ο Νεύτωνας απέδειξε πειραματικά ότι το φως αποτελείται από πολλά χρώματα καταλήγοντας στα επτά βασικά χρώματα, τα οποία είναι: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε, ιώδους (βιολετί), ίντιγκο. 
Μετά τον Γιανγκ και τον Μαξουελ, μόλις το 1965 έπειτα από πειράματα επιβεβαιώθηκε ότι υπάρχουν κύτταρα στον αμφιβληστροειδή που είναι υπεύθυνα για την αντίληψη τόσο του αμυδρού φωτός, όσο και των χρωμάτων, ξεκινώντας από την αντίληψη φωτονίων μικρού μήκους κύματος (μπλε), σε μεσαίο (πράσινο), σε μεγάλο (κόκκινο). Παρατηρείται ότι η αντίληψη των χρωμάτων είναι καθαρά θέμα κατασκευής μας και έχει να κάνει με το πώς «ερμηνεύονται» τα μήκη κύματος του φωτός από τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου.



Όλες αυτές οι φαινομενικά ασύνδετες θεωρίες έχουν ένα πράγμα κοινό. Την ερμηνεία των χρωμάτων βάση των μήκων κύματος, της εκπεμπόμενης ενέργειας ή της ενέργειας που χρειάζεται για να μεταβληθούν χρωματικά. 
Οι περισσότερες από αυτές τις θεωρίες αποδείχτηκαν πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία και αποτελούν μέρος της νεότερης επιστήμης. Ας πάμε τώρα λίγες χιλιετίες πίσω. Τον 5ο αιώνα Π.Κ.Ε σε ένα μέρος του κόσμου μεγάλης σημασίας. Στην Ινδία. Γνωρίζουμε κάποιοι ότι περίπου εκεί έχουμε στοιχεία για την πρώτη ίσως γραπτή θρησκεία, τον Ζωροαστρισμό. Η θεοσοφία εμπλέκεται με τη φιλοσοφία και τον πνευματισμό και την μαγεία όπως επίσης και με την αρχή της «επιστήμης». Ας φέρουμε στο μυαλό μας την πλέον γνωστή σε μας πρακτική της γιόγκα.

Η γιόγκα είναι μια φυσική, νοητική και ψυχική πρακτική. Στόχος της να ενορμονίσει τη φυσική μας υπόσταση με τη συναισθηματική και πνευματική μας υπόσταση. Το φάντασμα στη Μηχανή. Μόνο που μηχανή είναι το σώμα μας. Φαίνεται η διπλή ή τριπλή μας φύση και η προσπάθεια συμφιλίωσης και εναρμόνισης της. Ο άνθρωπος αρχικά έχει ένστικτα. Επιβίωση και αναπαραγωγή. Όσο όμως «ανοίγει» ο νους του αποκτά και άλλες ανάγκες. Η δημιουργία του Θεού ίσως είναι και μία από αυτές. Οι ανάγκες αυτές οδηγούν στην άνθιση του πνευματικού μας κομματιού. Θεωρητικά η φυσική μας πλευρά διαδέχεται την εν μέρει πνευματική, η οποία διαδέχεται την εξ ολοκλήρου πνευματική. Η θεώρηση αυτή αποτυπώθηκε στα τσάκρα, που αποτελούν ενεργειακά κέντρα που διατρέχουν την σπονδυλική μας στήλη και είναι υπεύθυνα για σωματικές, συναισθηματικές και ψυχικές λειτουργίες. Από την βάση στην κορυφή του κεφαλιού μας τα τσάκρα ακολουθούν την σειρά από την φυσική μας υπόσταση στην πνευματική.



Και εδώ βρίσκεται το άξιο προσοχής. Ο χρωματισμός των τσάκρα. Από την βάση προς τα πάνω, κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο χρυσό, πράσινο, ανοιχτό γαλάζιο ή πρασινο-μπλε, κίτρινο ή κιτρινο-πράσινο ή βιολετί και τέλος βιολετί (ίντιγκο) ή λευκό. Η χρωματική επιλογή φαίνεται παρόμοια εάν όχι ίδια με όλα τα παραπάνω παραδείγματα. 
Είναι η επιλογή των χρωμάτων των τσάκρα τυχαία? Θα μπορούσαν τότε να γνωρίζουν όσα έχουν αποδειχτεί με υψηλά μαθηματικά και πολύ διαφορετικά μέσα σήμερα? Πέρα από τον χρωματισμό όμως που είναι παρόμοιος, παρόμοια θα λέγαμε και την θεωρία. Όσο ανεβαίνουμε στο πνευματικό μας κομμάτι, τόση μεγαλύτερη ενέργεια χρειαζόμαστε. 

Η σκέψη και η αντίληψη είναι πιο σύνθετη από την κίνηση. Πιο σύνθετη σκέψη χρειάζεται περισσότερη ενέργεια. Το γνωρίζουμε εξάλλου, όταν βρισκόμαστε σε μια έντονη εγκεφαλική λειτουργία χρειαζόμαστε γλυκόζη, δηλαδή ενέργεια. Φυσικά, ακόμα και σήμερα ο εγκέφαλος παραμένει το πιο ανεξερεύνητο κομμάτι του οργανισμού μας. Ένα από τα άλυτα και απύθμενα ζητήματα της Νέας Εποχής.

Θα μπορούσε λοιπόν η επιστήμη και ο κλάδος αυτός για τον οποίο λίγα ξέρουμε να αλληλοσυπληρώνονται? 
Η επιστήμη αποτελεί το έξω και η πνευματικότητα το μέσα. Εξάλλου γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος, μέρος του όλου, υπακούει σε νόμους παρόμοιους με όσα άλλα απαρτίζουν τον κόσμο αυτόν. Μία μόνο μικρή τέτοια σύμπτωση θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή για να διαπιστώσουμε ότι είμαστε όντως μέρος ενός μεγάλου ενιαίου χώρου, διαφορετικά από όπως ίσως πιστεύαμε.




Ουροβόρος «Το Τέλος μου, είναι η Αρχή μου» (Σύμβολα)





«Το Τέλος μου, είναι η Αρχή μου»

Ο Ουροβόρος που δαγκώνει ή καταπίνει την ουρά του, είναι ένα πολύ συνηθισμένο σύμβολο, άμεσα συνδεδεμένο με την Αλχημεία, τους Γνωστικούς πρωτο-Χριστιανούς και την Ερμητική φιλοσοφία, αλλά το συναντάμε και σε ολόκληρο τον κόσμο με διάφορες μορφές.

Η αρχαιότερη απεικόνιση που γνωρίζουμε, χρονολογείται το 1600 π.Χ. στην Αίγυπτο, αν και ακόμα αρχαιότερες απεικονίσεις δράκων στην Ασία του 4700 έως 2200 π.Χ., θυμίζουν έντονα τον Ουροβόρο και ίσως η αρχική του προέλευση να είναι από εκεί, που πέρασε στην Αίγυπτο με τον δρόμο του μεταξιού. Από τους Αιγυπτίους πέρασε στους Φοίνικες και από τους Φοίνικες στους Έλληνες, όπου έλαβε την ονομασία «Ουροβόρος» με την οποία έγινε γνωστό το σύμβολο και κυριολεκτικά σημαίνει «καταβροχθίζει την ουρά του».

Συνήθως αναπαρίσταται σαν φίδι, το αρχέγονο και ερμαφρόδιτο σύμβολο θανάτου και αναγέννησης, καταστροφής και δημιουργίας, σοφίας και πάθους, που συναντάμε σε κάθε φιλοσοφία και θρησκεία ανά τον κόσμο.
Άλλες φορές αναπαρίσταται ως ερπετοειδής δράκος, ο λεγόμενος και «φτερωτός όφις», που επίσης πρόκειται για αρχαιότατο σύμβολο που συναντάμε σε κάθε φιλοσοφία ανά τον κόσμο. Ο Δράκος ως «φτερωτός όφις» συνδυάζει τα γήινα με τα ουράνια, την ύλη με την ψυχή, τα κατώτερα με τα ανώτερα και τα έξω με τα έσω.

Επίσης, ο Ουροβόρος μερικές φορές αναπαρίσταται με δύο πόδια, τονίζοντας την δυαδικότητα της φύσης του, άλλες φορές με τέσσερα πόδια, παραπέμποντας στα 4 βασικά στοιχεία του κόσμου και άλλες φορές με φτερά σαν νυχτερίδας, η οποία, όπως και ο «φτερωτός όφις», συμβολίζει τα γήινα (ποντίκι) και τα ουράνια (πουλί).

Κατά έναν πρώτο, γενικό συμβολισμό, ο Ουροβόρος είναι σύμβολο της αιωνιότητας, ο αέναος κύκλος που γεννά, παντρεύεται, γονιμοποιεί και σκοτώνει τον εαυτό του. Ο κύκλος που αναλώνεται και ανανεώνεται… Δίνοντας όμως μεγαλύτερη προσοχή, μαθαίνουμε ότι ο Ουροβόρος που δαγκώνει την ουρά του, συμβολίζει κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτόν που καταπίνει την ουρά του:

Ο Ουροβόρος που δαγκώνει την ουρά του είναι στατικός. Περιγράφοντας έναν κύκλο, συμβολίζει την τελειότητα, την αιωνιότητα και τον διαχωρισμό του Όλου σε εσωτερικό και εξωτερικό. Συχνά, απεικονίζεται ο μισός μαύρος και ο μισός λευκός, συμβολίζοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ Φωτός και Σκότους, Αρσενικού και Θηλυκού, την δημιουργική και την καταστροφική πλευρά της Φύσης. Πρόκειται για μια απεικόνιση που θυμίζει έντονα το Ταοϊστικό Γιν-Γιάνγκ και την συναντάμε πολύ συχνά στους Γνωστικούς πρωτο-Χριστιανούς.



Από τον Κώδικα του Μαρκιανού,
του 11ου αιώνα, στον οποίο
αναφέρθηκε ο Γιούνγκ.




Αντίθετα, ο Ουροβόρος που καταπίνει την ουρά του, είναι δυναμικός. Περιγράφει την σπειροειδή δύναμη και συμβολίζει την σπείρα, που είναι κυλινδρική και αεικίνητη. Εάν φανταστούμε την κίνηση, ο Ουροβόρος συνεχίζοντας να καταπίνει την ουρά του, κάποια στιγμή θα φτάσει στο κεφάλι του και θα εξαφανιστεί. Έτσι, συμβολίζει την πύλη μεταξύ του Όλου και του Απόλυτου. Συμβολίζει δηλαδή τον κύκλο του Όλου, που εκτινάχθηκε και κινείται σαν σπείρα, μέχρις ότου να φτάσει στο ύστατο σημείο που θα το εκτινάξει πάλι πίσω από εκεί που ξεκίνησε, για να εξαφανιστεί πάλι μέσα στο Απόλυτο, από το οποίο εκτινάχτηκε αρχικά. Αυτήν την μορφή, συναντάμε πιο συχνά σε Αλχημιστικά χειρόγραφα. Για τους Αλχημιστές επίσης, αυτός ο Ουροβόρος συμβολίζει και τον κύκλο που ενώνει τον συνειδητό με τον υποσυνείδητο νου.





Από ελληνικό αλχημικό χειρόγραφο


Ο φημισμένος ψυχοαναλυτής Κάρλ Γιούνγκ, αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα του συμβόλου, σχολιάζει λέγοντας:
«Ο Δράκος είναι ίσως το αρχαιότερο σύμβολο της Αλχημείας για το οποίο έχουμε γραπτές μαρτυρίες. Εμφανίζεται ως ‘ο Ουροβόρος’, αυτός που τρώει την ουρά του, στον Κώδικα του Μαρκιανού, που χρονολογείται τον 10ο ή 11ο αιώνα, μαζί με το θρυλικό ‘Εν το Παν’».
Ο Επίκουρος μας λέει «Το Παν ήταν από την αρχή σαν ένα αυγό, με το φίδι (πνεύμα) σαν λωρίδα ή κύκλο γύρω του».
Ο Ουροβόρος εμφανίζεται επίσης μαζί με το Άλφα και Ωμέγα, ενώ κατά την Ορφική Κοσμολογία είναι αυτός που τυλίγει το Κοσμικό Αυγό -ο Αιώνας, ο χρόνος ζωής του Όλου.
Στους Νορβηγικούς μύθους τον συναντάμε με το όνομα Jormungandr, έναν από τα 3 παιδιά του Θεού Λόκι, που μεγάλωσε τόσο πολύ, ώστε μπορούσε να περικυκλώσει τον κόσμο και να δαγκώσει την ουρά του.
Στους Ινδουιστικούς μύθους αναπαρίσταται ως δράκος που περικλείει μια χελώνα -σύμβολο των 4 στοιχείων που στηρίζουν τον κόσμο.
Τέλος, τον συναντάμε επίσης στους μύθους των Ατζέκων, των Κινέζων και των Σαμάνων.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό που οι σοφοί κάθε λαού ανά την υφήλιο, εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια μοιράζονται και ενστερνίζονται την φιλοσοφία που συμβολίζει ο Ουροβόρος. Ακόμα και πίσω από κάθε θρησκεία, νεότερη και παλαιότερη, συναντάμε έναν «Ουροβόρο»... Ένα γεγονός που επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι οι θρησκείες και φιλοσοφίες του κόσμου και των αιώνων έχουν έναν κοινό πυρήνα...




Πηγές:
~ Λεξικό Συμβόλων, του Τζ. Κούπερ, εκδόσεις Πύρινος κόσμος
~ ΑΛΧΗΜΕΙΑ το κλειδί των μυστηρίων, έργο συλλογικό, εκδόσεις Ανιχνευτές
~ Ο Ιησούς και η Χαμένη Θεά, των Timothy Freke και Peter Gandy, εκδόσεις Ενάλιος
~ http://en.wikipedia.org/
~Η Τέχνη των Σοφών

Νόμοι - Αρετές - Έργο



Από την ημέρα που ξεκινά η εκπαίδευσή του στην Τέχνη, ο μυημένος θέτει κάποιους σκοπούς, τους οποίους επιδιώκει συνέχεια και καθημερινά, και οι οποίοι διδάσκονται ως νόμοι. Αυτοί είναι οι εξής:

Γνώθι σ' αυτόν
Όπως έχω ήδη αναφέρει και σε άλλο κείμενο, είναι πολύ σημαντικό ο μυημένος να γνωρίζει άριστα τον εαυτό του, τις δυνάμεις του, τα ελαττώματά του, να τα αποδέχεται όλα αυτά και να επιδιώκει συνέχεια την βελτίωσή του, όχι μόνο σαν άνθρωπος μέσα στην κοινωνία, αλλά και σαν εξασκών την Τέχνη.

Σοφία

Η γνώση είναι ένα παντοδύναμο εργαλείο και είναι η βάση της σοφίας. Ο μυημένος επιδιώκει την γνώση και κατ’ επέκταση την σοφία, όχι μόνο πάνω στο θέμα του αποκρυφισμού, αλλά και γενικότερα σε όσο το δυνατό περισσότερα θέματα. Η σοφία δεν είναι κάτι που θα το προσφέρει η μονόπλευρη γνώση, αλλά εκείνη που καλύπτει πολλούς τομείς και από πολλές πλευρές.

Γνώση της Τέχνης
Η ημιμάθεια είναι επικίνδυνο πράγμα και γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη όταν πρόκειται για την Μαγεία. Ο μυημένος λοιπόν, δεν επαναπαύεται ποτέ στις γνώσεις του, μιας και πάντα θα υπάρχει κάτι το οποίο δεν γνωρίζει. Εδώ, ο χρυσός κανόνας είναι το απόφθεγμα του Σωκράτη: «το μόνο που γνωρίζω είναι ότι δεν γνωρίζω τίποτα». Ο μυημένος επιδιώκει να μην αισθανθεί ποτέ ότι γνωρίζει τα πάντα γύρω από κάποιο θέμα, κι έτσι να μην σταματά ποτέ να μαθαίνει. Συνειδητοποιεί επίσης ότι η απάντηση σε ένα ερώτημα, γεννά ακόμα περισσότερες ερωτήσεις.

Εφαρμογή της Γνώσης με Σοφία

Η λάθος εφαρμοσμένη γνώση, μπορεί να γίνει και επικίνδυνη. Ο μυημένος λοιπόν, επιδιώκει πάντα την σοφή εφαρμογή και χρήση των γνώσεών του, και πάντα προτού πράξει το οτιδήποτε, διερωτάται αν αυτός είναι ο σωστός τρόπος δράσης.

Ισορροπία και Δικαιοσύνη

Ο μυημένος επιβάλλεται να είναι ισορροπημένος και να επιδιώκει την ισορροπία και γύρω του. Γνωρίζει την δυαδικότητα όλων των πραγμάτων, όπως γνωρίζει το ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάτι χωρίς το «αντίβαρό» του. Ο μυημένος λοιπόν επιδιώκει να μην είναι ούτε σκληρός μα ούτε και μαλθακός με τον εαυτό του αλλά και τους γύρω του, αλλά ισορροπημένος και δίκαιος.

Σκέψεις, Γραπτός & Προφορικός Λόγος

Ο μυημένος φροντίζει οι σκέψεις του να είναι σε τάξη και κατ’ επέκταση ο γραπτός και προφορικός του λόγος είναι επίσης σε τάξη και σωστά δομημένος. Οι άτακτες σκέψεις προδίδουν άνθρωπο που δεν ξέρει ούτε τι πιστεύει, ούτε τι θέλει, ούτε είναι σε θέση να ελέγξει τον ίδιο του τον εαυτό. Ο σοφός άνθρωπος μιλάει και γράφει έτσι που φαίνεται η λαμπρότητα του πνεύματός του και αντικατοπτρίζει την εσώτερή του γαλήνη και ισορροπία Αυτός είναι ο σκοπός του μυημένου… να αγγίξει την σφαίρα της σοφίας.

Η Ζωή είναι Γιορτή
Η ζωή δεν είναι ούτε κατάρα ούτε τιμωρία, αλλά ένα ανεκτίμητο θείο δώρο. Ο μυημένος γνωρίζει ότι η ζωή μπορεί να του προσφέρει πολύτιμα διδάγματα, τα οποία αν και μερικές φορές σκληρά, δεν παύουν να είναι θεία διδασκαλία. Επομένως, δεν θλίβεται για την υλική, ατελής ύπαρξή του, αλλά την γιορτάζει και την χαίρεται, προσπαθώντας πάντα να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτήν. Εδώ, ο χρυσός κανόνας είναι το απόφθεγμα: «όσο ζω, μαθαίνω».

Αρμονία με την Φύση
Η Φύση είναι κομμάτι μας και εμείς είμαστε κομμάτι της Φύσης. Ο μυημένος επιδιώκει την αρμονία με την Φύση, γνωρίζοντας ότι επιβάλλεται να την προστατέψει, να αφήσει εκείνη να τον προστατέψει, αλλά και να προστατεύει από αυτήν. Επίσης, επιδιώκει η ύπαρξή και οι πράξεις του να μην αντικρούονται με τους Νόμους της Φύσης, και αποδέχεται ότι μερικές ανάγκες του είναι κομμάτι της Φύσης του, ακόμα κι αν αντικρούονται με τους Νόμους του Ανθρώπου (κοινωνικούς και ηθικούς νόμους). Αυτές τις ανάγκες, προσπαθεί να τις εξευμενίζει και να τις ικανοποιεί, έτσι ώστε και να μην πηγαίνει κόντρα ούτε στην Φύση του αλλά ούτε και στους Νόμους του Ανθρώπου. Είναι ένα δύσκολο έργο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

Υγεία
Σοφία δεν είναι μόνο να ενδυναμώνουμε το πνεύμα μας, αλλά να σεβόμαστε και το σώμα μας. Ο μυημένος λοιπόν δεν εργάζεται πάνω στο ένα εις βάρος του άλλου, μιας και αλληλοεξαρτούνται, αλλά φροντίζει το σώμα του να λαμβάνει ισάξια φροντίδα με το πνεύμα του. Διαλογίζεται καθημερινά, τρέφεται σωστά, γυμνάζεται τακτικά και δεν κάνει χρήση οποιοδήποτε ουσιών που δηλητηριάζουν το σώμα του. Εδώ, ο χρυσός κανόνας είναι το απόφθεγμα: «νους υγιής, εν σώματι υγιεί»

Σεβασμός στα Θεία
Όποια κι αν είναι τα θρησκευτικά του πιστεύω, ο μυημένος δεν θα επιδείξει ποτέ ασέβεια στα Θεία, ακόμα κι αν αυτά δεν εναρμονίζονται με δικά του πιστεύω. Σεβασμός δεν σημαίνει απαραίτητα και αποδοχή. Τιμά τις Θεότητες στις οποίες πιστεύει, και σέβεται τις θρησκείες και τις Θεότητες των συνανθρώπων του. Δεν επιδιώκει ποτέ τον προσηλυτισμό στην δική του θρησκεία, μιας και κατανοεί ότι το θρησκευτικό συναίσθημα είναι κάτι πολύ προσωπικό, αλλά και ότι όλες οι Θεότητες είναι εκφράσεις του ιδίου Ενός. Ακόμα κι αν δεν αποδέχεται κάποια συγκεκριμένη έκφραση του Ενός, οφείλει να την σεβαστεί. Ασέβεια λοιπόν προς οποιαδήποτε θρησκεία και Θεότητα, είναι ασέβεια προς την ίδια την δημιουργό Δύναμη που και ο ίδιος πιστεύει.

Διαιώνιση της Γνώσης

Αν και δεν θα επιδιώξει ποτέ τον προσηλυτισμό, ο μυημένος δεν θα αρνηθεί ποτέ να διδάξει τα πιστεύω και τις γνώσεις του σε οποιονδήποτε του το ζητήσει. Η γνώση δεν πρέπει να είναι πολυτέλεια των λίγων και εκλεκτών, αλλά πρέπει να διδάσκεται σε όσους την αποζητούν. Όπως έλεγε και η γιαγιά μου (μια σοφή γυναίκα): «αν δεν σου πω εγώ τι ξέρω, κι αν εσύ δεν μου πεις κι εσύ τι ξέρεις, τότε πως θα πάει ο κόσμος μπροστά;»
Η Τέχνη των Σοφών



Είναι η διαπλανητική σκόνη ο ταχυδρόμος της ζωής;


Η κοσμική σκόνη ίσως είναι αυτή που μεταφέρει τη ζωή μέσα στο Σύμπαν


Η αναζήτηση της προέλευσης της ζωής στη Γη αποτελεί διαχρονική επιστημονική αναζήτηση, με πολλές θεωρίες να έχουν πέσει στο τραπέζι του διαλόγου. Δύο είναι οι δημοφιλέστερες θεωρίες. Η μία αναφέρει ότι είτε έμμεσα είτε άμεσα για τη ζωή στην Γη ευθύνονται οι αστεροειδείς και οι κομήτες. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία οι μεγάλοι διαστημικοί βράχοι είτε έφεραν το νερό στη Γη μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι πρώτες μορφές ζωής είτε μετέφεραν τα δομικά υλικά της ζωής τα οποία βρήκαν στον πλανήτη μας το κατάλληλο περιβάλλον για να «συναρμολογηθούν» έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι πρώτοι οργανισμοί. Η δεύτερη θεωρία αναφέρει ότι η ζωή γεννήθηκε στις υδροθερμικές πηγές που βρίσκονται στους πυθμένες των ωκεανών.


Ομάδα ερευνητών με επικεφαλής επιστήμονες της Σχολής Φυσικής και Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου υποστηρίζει ότι είναι πιθανό η ζωή να… κυκλοφορεί στο Σύμπαν με τη λεγόμενη κοσμική σκόνη. Η κοσμική σκόνη ή διαστημική σκόνη αποτελείται από σωματίδια ύλης σε στερεά κατάσταση, που βρίσκονται στον πέρα από τη Γη διαστημικό χώρο. Η μέση διάμετρος αυτών των σωματιδίων κυμαίνεται από συσσωματώματα λίγων μορίων μέχρι 0,1 χιλιοστών. Η κοσμική σκόνη διακρίνεται με βάση τη θέση της σε διαγαλαξιακή, διαστρική ή μεσοαστρική, διαπλανητική και σκόνη που περιφέρεται γύρω από πλανήτες. Η διαπλανητική σκόνη είναι αυτή που βρίσκεται στον χώρο μεταξύ των πλανητών και σύμφωνα με τους ερευνητές είναι αυτή που μπορεί μεταφέρει όχι μόνο δομικά υλικά της ζωής αλλά και διάφορους μικροοργανισμούς όπως μικρόβια, σπόρους φυτών ή ακόμη και μικροσκοπικά ζώα όπως τα Βραδύπορα.


Τα Βραδύπορα είναι μικρά αρθρωτά ζώα συγγενικά με τα αρθρόποδα και έχει διαπιστωθεί ότι μπορούν να επιβιώνουν στις ακραίες και καθόλου φιλικές στη ζωή διαστημικές συνθήκες. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι η διαπλανητική σκόνη είναι υπεύθυνη για την παρουσία της ζωής σε πολλούς πλανήτες και έτσι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ανάμεσα σε αυτούς να είναι και η Γη.


Η θεωρία αυτή ενισχύει τη θεωρία των φυσαλίδων που είχε διατυπώσει πριν από λίγα χρόνια ομάδα διακεκριμένων επιστημόνων. Σύμφωνα με αυτήν, η ζωή σχηματίζεται, αναπτύσσεται και καλύπτει τον χώρο με τον ίδιο τρόπο που σχηματίζονται, αναπτύσσονται και καλύπτουν τον χώρο οι φυσαλίδες σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει. Στη συνέχεια διάφορα φυσικά φαινόμενα διασπείρουν τις φυσαλίδες (και τη ζωή) σε όλα τα μήκη και πλάτη ενός γαλαξία.
Ετσι κατά τους ερευνητές η ζωή μπορεί να εξαπλωθεί μέσα στο Σύμπαν πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στην περίπτωση που η εμφάνισή της γίνεται κάθε φορά κάπου μεμονωμένα βάσει των τοπικών συνθηκών που επικρατούν στο σημείο όπου εμφανίζεται. Με βάση τη θεωρία τους οι ερευνητές εικάζουν ότι μπορεί μια τέτοια φυσαλίδα να έφτασε ως τη Γη και να μετέτρεψε τον πλανήτη μας σε έναν παράδεισο της ζωής. «Η ζωή μπορεί να μεταδίδεται από ένα αστρικό σύστημα σε ένα άλλο με έναν τρόπο παρόμοιο με το ξέσπασμα μιας επιδημίας. Θα μπορούσε έτσι κάποιος να πει ότι ο Γαλαξίας μας μπορεί να μολυνθεί κάποια στιγμή από πολλούς θύλακες που περιέχουν ζωή» αναφέρει ο Αβι Λεμπ του Κέντρου Αστροφυσικής Harvard-Smithsonian, εκ των επιστημόνων που διατύπωσαν τη συγκεκριμένη νέα θεωρία. Επειδή οι φυσαλίδες είναι μια ολίγον αφηρημένη έννοια θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η διαπλανητική σκόνη της νέας θεωρίας αντιστοιχεί σε αυτές τις «φυσαλίδες». Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και σε μερικές ακόμη ενδιαφέρουσες θεωρίες για την εμφάνιση της ζωής.


Οι καταιγίδες

Επιστήμονες της NASA διατύπωσαν μια ενδιαφέρουσα και σίγουρα απρόσμενη θεωρία για την ύπαρξη της ζωής στον πλανήτη μας. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία το φιλικό για τη ζωή περιβάλλον στη Γη δημιούργησαν έντονες ηλιακές καταιγίδες! Οταν σχηματίστηκε η Γη πριν από περίπου τέσσερα δισ. έτη ο Ηλιος βρισκόταν και αυτός σε νεαρή ηλικία και είχε πολύ μικρότερη φωτεινότητα από τη σημερινή. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρείχε την απαραίτητη θερμότητα και ενέργεια στη Γη ώστε να μπορούν να αναπτυχθούν συνθήκες που να μπορούν να υποστηρίξουν την παρουσία της ζωής. Σύμφωνα όμως με τη νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Nature Geoscience» εκείνη την εποχή το μητρικό μας άστρο συγκλονιζόταν από συνεχείς εκρήξεις, γνωστές ως ηλιακές εκλάμψεις ή ηλιακές καταιγίδες.
Αυτές οι εκρήξεις εκτοξεύουν στο Διάστημα γιγάντιες ποσότητες ακτινοβολίας και φορτισμένων σωματιδίων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτές οι έντονες ηλιακές καταιγίδες όχι μόνο αύξησαν τη θερμότητα στη Γη αλλά κυρίως παρείχαν την απαραίτητη ενέργεια ώστε να μετατρέψουν τα απλά μόρια που είχαν δημιουργηθεί στον πλανήτη σε σύνθετα και να κάνουν την εμφάνισή τους τα δομικά για τη ζωή υλικά RNA και DNA.


Τα πετρώματα

Ερευνητική ομάδα στις ΗΠΑ υποστήριξε πριν από λίγο καιρό ότι είναι πιθανό οι πρώτες αυτοαναπαραγόμενες μορφές ζωής στη Γη να δημιουργήθηκαν στο υπέδαφος και μάλιστα σε μεγάλα βάθη. Βασίζουν αυτή τους την εκτίμηση τους στον εντοπισμό μικροβιακών μορφών ζωής σε βάθος 5 χλμ.



Ερευνητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν διεξήγαγαν αναλύσεις και μελέτες σε περιοχές της Γης που οι ειδικοί ονομάζουν «βαθιά βιόσφαιρα». Πρόκειται για περιοχές σε μεγάλα βάθη του πλανήτη. Ανακάλυψαν μικροβιακές μορφές ζωής που ζουν σε βάθη 5 χλμ. Εκτιμούν ότι τα μικρόβια αυτά ζουν αποκομμένα από τη βιόσφαιρα της επιφάνειας για εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια έτη. Τα μικρόβια που εντόπισαν οι ερευνητές αποτελούν μια ανεξάρτητη κοινότητα μικροβίων που δεν επικοινωνεί με εκείνες της... άνω βιοσφαίρας. Από τις αναλύσεις όμως διαπιστώθηκε ότι τα μικρόβια του... κάτω κόσμου έχουν γενετικές ομοιότητες με εκείνα που ζουν στην επιφάνεια της Γης, γεγονός που υποδεικνύει την ύπαρξη ενός κοινού προγόνου ο οποίος υπήρχε την περίοδο εμφάνισης της ζωής στη Γη.


Η θεωρία αυτή ενισχύει μια παρεμφερή που κερδίζει συνεχώς έδαφος στην επιστημονική κοινότητα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η ζωή στη Γη δημιουργήθηκε μέσα σε μικρές σχισμές υπόγειων πετρωμάτων. Κάποια είδη πετρωμάτων κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης μπορούν να παραγάγουν υδρογόνο και μεθάνιο. Με αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να τροφοδοτούνται μικροβιακές μορφές ζωής και να μην έχουν έτσι ανάγκη την ενέργεια του Ηλίου. Φυσικά για τον σχηματισμό (και) των υπόγειων μορφών ζωής απαραίτητο συστατικό είναι το νερό. Οι θιασώτες αυτής της θεωρίας αναφέρουν ότι μικρές ποσότητες νερού που κύλησαν μέσα στις σχισμές των υπόγειων πετρωμάτων ήταν αρκετές για να συμβάλουν στη δημιουργία των «εναλλακτικών» μικροβίων.



Καζαντζάκης : Ένας μεγάλος πειρασμός για έρευνα Ελευθερίας



Από τις σημειώσεις του “Αλήθεια μιλάμε Ελληνικά” , ή “Ερμηνευτικόν Εννοιολόγιον της Ελληνικής Γλώσσας” του Εργείλαου που εκδίδεται σε λίγες μέρες

Η έννοια της Ανάγκης στην Αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα και η εφαρμογή της στα Μαθηματικά

Η Ανάγκη στην Αρχαία Ελλάδα παρουσιάζεται από τον Παρμενίδη στο «Περί Φύσεως», σαν την παντοδύναμη Ισχύ της Δίκης .Είναι Πίστις που Αληθεύει .Δύναμη που κρατά την αλυσίδα που διέπει και συγκρατεί τα πάντα.

Οποιαδήποτε διαταραχή χαλαρώσει την αλυσίδα,αποκαθίσταται, με δράση αυτής της αιώνιας δύναμης. Δράση που υποτάσσει όλα τα όντα που ήσαν αιτία για την διαταραχή. Ανθρώπους μα και θεούς.. «Αγέννητον εόν και ανώλεθρον εστίν, ούλον,μονογενές τε και ατρεμές ουδ’ατέλεστον,οδ’ποτ’ ήν ουδ’ έσται, επεί νυν εστιν ομου παν,εν,συνεχές». Απόσπασμα 8,3-6

και συνεχίζει ..«ούτε ποτέ εκ δη εόντος εφήσει πίστιος ισχύς γίγνεσθαί τι παρ’ αυτό. Τού είνεκεν ούτε γενέσθαι ούτ’ όλλυσθαι ανήκε Δίκη χαλάσασα πέδησιν, αλλ’ έχει».. «ουδέν διαιρετόν εστίν, επεί παν εστίν ομοίον.. ουδέ τι τη μάλλον . ουδέ τι χειρότερον.. τώ ξυνεχές πάν εστίν.. έστιν άναρχον άπαυστον,επεί γένεσις και όλεθρος τήλε μαλ’ επλάγθησαν, απώσε Πίστις αληθής.Ταυτόν τ’εν ταυτώ τε μένον καθ’εαυτόν κείται, χούτως έμπεδον αύθι μενεί..κρατερή γαρ Ανάγκη πείρατος εν δεσμοίσιν έχει , το μιν αμφίς εέργει,ούνεκεν ουκ ατελεύτητον το εόν θέμις είναι..»

Ο Αριστοτέλης περπατώντας στον ίδιο δρόμο, παρουσιάζει την έννοια της «Ανάγκης» στην χρήση της στην καθημερινή επικοινωνία,σαν κάτι που είναι αδύνατον να μην γίνει. :« ό μη οίον τε μη γενέσθαι, αδύνατον μη γενέσθαι. Ό δε αδύνατον μη γενέσθαι, ανάγκη γενέσθαι …άπαντα ουν τα εσόμενα αναγκαίον γενέσθαι. Ουδέν άρα οπότερ’ έτυχεν ουδ’από τύχης έσται. ει γαρ από τύχης,ουκ εξ ανάγκης». Περί Ερμηνείας 18b, 13-16.

Ο Αριστοτέλης την παρουσιάζει όπως ακριβώς την χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του αλλά και αιώνες πριν.Από τον Όμηρο μέχρι και τους Προσωκρατικούς.

«Για να είναι κάτι Αναγκαίο στην ζωή μας, πρέπει να μην μπορεί να γίνει τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό.»

Ο Νόμος της Παγκοσμίου Έλξεως είναι Αναγκαίος. Δηλαδή, όταν στο πεδίο Βαρύτητας της Γης ,αφήσεις ένα αντικείμενο να πέσει ελεύθερα από ένα σημείο Α, τότε δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο, παρά η πτώση σε ευθεία γραμμή προς το κέντρο της Γης .

Ο Νόμος αυτός στην Φύση είναι Ανάγκη.

Άλλο παράδειγμα.

Έστω η εξίσωση χ+3=5.


Η ισότητα των δύο μερών , θα πραγματοποιηθεί μόνον, όταν στην μεταβλητή τιμή Χ δοθεί η αριθμητική τιμή 5-3=2. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο, παρά μόνον αυτό.

Είναι Ανάγκη.

Και τότε γεννιούνται τα Σύμβολα → και ↔ με εφαρμογή στα Μαθηματικά.

Σύμβολα που ονομάζονται «Συνεπαγωγές».

Σύμβολα που έχουν σημασία και νόημα αυτήν την Ανάγκη.

Δηλαδή, αν χ+3=5→χ=2. Με την έννοια ότι , η μεταβλητή χ, δεν μπορεί να πάρει καμιά άλλη αριθμη-τική τιμή παρά την τιμή χ=2, δια της οποίας και μόνον αυτής τα δύο μέρη της Σχέσης χ+3 και 5, θα γίνονται ίσα.

Με αυτήν την ερμηνευτική και μόνον μ αυτή, είναι δυνατόν να προσεγγισθεί η Αλήθεια για την θέση των Ελλήνων στα χρόνια της Μεγάλης Ακμής , για την Φύση των Θεών που υποτάσσονται και αυτοί στην δύναμη της Ανάγκης : «Ανάγκα Θεοί πείθονται»

Οι Μαρξιστές ορίζουν την ελευθερία σαν «συνείδηση αυτής της αναγκαιότητας».

Ο Καζαντζάκης δηλώνει : «Δεν ελπίζω σε τίποτα, δεν πιστεύω σε τίποτα .. Είμαι ελεύθερος»..



Ανάγκη, συνείδηση της ανάγκης, ελπίδα, πίστη , ελευθερία..

Μια σειρά από έννοιες που μοιάζουν με γέφυρα που περνά από την άγνοια στη γνώση..

Όταν φτάσει η τραγική ώρα να συνειδητοποιήσεις τη φυλακή, το αξεπέραστο των αναγκών, τότε αρχί-σεις να ελπίζεις πέραν απ’ τη λογική ,να πιστεύεις ότι μπορεί η φυλακή να γκρεμιστεί και το θαύμα της ελευθερίας να συμβεί..

Ή, μέσα στα όρια αυτής της ανάγκης,αν η φυλακή της ανάγκης είναι δεδομένο της ζωής, της ίδιας της Φύσης, με την μορφή και το περιεχόμενο των Νόμων που διέπουν κάθε τι,τότε, αρχίζεις να ελπίζεις ,να πιστεύεις ότι όλο το κακό που κουβαλάς στην πλάτη σου μπορεί να διαλυθεί ότι μπορείς να απαλλαγείς απ’ αυτό..

Γιατί δεν ανήκει στους Νόμους της Φύσης αλλά σ’ ανθρώπινους Νόμους. « Ουδέν διαφέρει φύσει άνθρωπος δούλω. Νόμω διαφέρειν. Νόμω γαρ τον μεν δούλον είναι τον δ’ ελέυθερον. Διόπερ ουδέ δίκαιον .βίαιον γαρ» Αριστ. Πολιτικά Α, 1253b 20-25..

Νόμους που εκείνοι που κοινωνούν στο λόγο τόσο ώστε μόνο να αισθάνονται αλλά να μην μπορούν να κατανοήσουν, να εξηγήσουν τα γεγονότα, θα χάσουν την κυριότητα του σώματός τους και θα υπάρ-χουν χάριν άλλων.Αναδεικνύοντας το γεγονός της δουλείας χωρίς βία.«Έστι γαρ φύσει δούλος ο δυνά-μενος άλλου είναι και ο κοινωνών τοσούτον του λόγου, όσον (μόνον) αισθάνεσθαι, αλλά μη έχειν». Α-ριστοτέλης Πολιτικά Α 1254 b 17-26.

Σε Νόμους που κάποια ανθρώπινα όντα όρισαν κατά το συμφέρον τους.

Σε Νόμους ,που οι δημιουργοί τους θα ήθελαν οι Λαοί να πιστεύουν ,ότι είναι γραμμένοι από τον ίδιο το Θεό , εκφράζοντας ένα μέρος της Ανάγκης που αφορά την ομαδική μας ζωή.

Κι αυτή η διάκριση άναψε στο παρελθόν του Διαφωτισμού και συνεχίζει ν’ ανάβει μέσα στους λαούς τη φωτιά για την Ελευθερία..

Αυτή η ψεύτικη Ανάγκη που στα χίλια χρόνια του Μεσαίωνα παρουσιαζόταν στους λαούς σαν μια μόνη και αληθινή.

Αυτή η ψεύτικη Ανάγκη έκανε τους λαούς να «υποχωρούν στην βούληση των μοναρ-χών, των δήθεν ευγενών και των διορισμένων από την μοναρχία επισκόπων, των επισκόπων που ευλογούσαν την τυραννία,που ευλογούσαν το Στέμμα σαν δοκιμασία σταλμένη από το Θεό». Αυτή η Ανάγκη ,ήταν ένα ψέμα με κοντά ποδάρια..

Κι ήλθε η ώρα να θριαμβεύσει η Αλήθεια , ήλθε η ώρα του Φωτός,η ώρα της Γνώσης που θα αναγεννήσει το Όν το Ανθρώπινο .. Μια διαρκής πορεία Διαφωτισμού κι Αναγέννησης.

Ήλθε η ευλογημένη η ώρα,να καταλάβουν,να κατανοήσουν οι λαοί ότι δεν είναι η Ανάγκη που τους επιβάλλει να κουβαλούν το βαρύ φορτίο της δουλείας και της υποταγής,μέρα και νύχτα, αγκομαχώντας καταθέτοντας όλες τους τις δυνάμεις κι αρκετές φορές συντριβόμενοι από το βάρος του..

Ήλθε η ώρα για την πίστη και την ελπίδα , ότι η ζωή δεν είναι φυλακή , δεν είναι υποταγή και δουλεία αλλά αντίθετα.. Η ζωή μπορεί να γίνει μια συναρπαστική , μια όμορφη περιπέτεια..

Και στην σκοτεινή αιώνια φυλακή μέσα απ’ αυτή την ελπίδα,μέσα απ’ αυτήν την πίστη σαν ρωγμή στα σκοτάδια, εκτινάσσεται το Φως ..

Η ελπίδα κι η πίστη .. Είναι Φως, ανήκουν στο Φως στην Γνώση.

Αλλά είναι τα πρώτα της σκαλοπάτια. Δεν αρκούν για να οδηγήσουν σ’ αυτήν . Δεν αρκούν για να οδηγήσουν στην Λευτεριά..

Ανήκουν στην Γνώση διότι θα ήταν αντίφαση να γνωρίζεις αλλά να μην πιστεύεις ή να μην ελπίζεις ότι θα γίνει αυτό που γνωρίζεις. (Αριστοτέλης Περί Ερμηνείας, 34b)..

Ένα παράδειγμα . Είναι αντιφατικό να υποστηρίξεις ότι: «γνωρίζω ότι βρέχει,αλλά δεν το πιστεύω»..

Πάντα για να φτάσεις στη γνώση , είναι ανάγκη να πιστεύσεις, να ελπίζεις ότι θα λύσεις το μυστήριο της άγνοιας. Ποτέ δεν θα νικήσεις , αν δεν πιστεύεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις.

Στον πόλεμο, στον αθλητισμό, στην επιστημονική έρευνα, στον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση.. Αλίμονο στον πολεμιστή , στον αθλητή, στον επιστήμονα και στον εργαζόμενο που δεν πιστεύει, που δεν ελπίζει ότι μπορεί να νικήσει. « Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει , στρατιώτη μου τον πόλεμο τον χάνει»..

Όμως πίστη κι ελπίδα δεν αρκούν ..

Όταν βγεις στην μάχη , πέραν απ΄ την πίστη και την ελπίδα, είναι ανάγκη να ανέβεις 7 σκαλοπάτια. Σκαλοπάτια που θα σ’ ανεβάσουν στο επίπεδο της Βεβαιότητας.

Εκεί απ’ όπου θα μπορείς να προβλέπεις με Βεβαιότητα το Μέλλον.

Θεωρία , υπόθεση , συλλογισμός.. Τα λόγια στην καθημερινή ζωή ..

Κι οι πράξεις..Εκείνο το αλάθευτο κριτήριο που βάζει κάθε κατεργάρη στον πάγκο του ..Που αποκαλύπτει,βγάζει την μάσκα απ’τον απατεώνα και δεν του επιτρέπει για δεύτερη φορά να κάνει πράξη την απάτη του..

Αν οι πράξεις, δεν συμφωνούν με τα λόγια, αν οι πράξεις είναι αντίθετες με τις υποσχέσεις, τότε το ψέμα «που έχει κοντά ποδάρια» αποκαλύπτεται.Οι μάσκες των απατεώνων πέφτουν..

Αντίθετα αν οι πράξεις δικαιώνουν τα λόγια, τότε η ζωή χειροκροτεί.. Κι η αλήθεια Θριαμβεύει..

Αυτές οι πράξεις στην καθημερινή ζωή που δικάζουν τα λόγια ,στον δρόμο της επιστήμης ανήκουν στο πείραμα.. Ορίζουν το πείραμα…

Πρέπει να πειραθώ, να προσπαθήσω να κάνω πράξη όσα θεώρησα, υπέθεσα , συλλογίστηκα.

Η προσπάθεια του ερευνητή,να ελέγξει αν τα λόγια,αν οι θεωρίες,οι υποθέσεις κι οι συλλογισμοί στους οποίους καταλήγει η θεωρία , λειτουργούν μέσα στη ζωή.

Αν η ζωή χειροκροτήσει .. Τότε υπάρχει Αλήθευση..Τότε η ζωή παραδίνει στον ερευνητή,το κλειδί της γνώσης. Το κλειδί που ανοίγει την πόρτα της πρόβλεψης του μέλλοντος με Βεβαιότητα..

Τότε είμαστε σίγουροι ότι τα προβλήματα θα λυθούν.. Μα όταν γίνει το πείραμα κι ίδια η ζωή δεν χειροκροτεί,απορρίπτει,αρνιέται τις προσδο-κίες για την ζωή που γέννησε η θεωρία με τις υποθέσεις και τους συλλογισμούς της;

Όταν η ίδια η ζωή διαψεύδει με το πείραμα την θεωρία;..

Τότε είναι ανάγκη να προχωρήσουμε σε Αλλαγή .

Αλλαγή της θεωρίας ,νέες υποθέσεις και συλλογισμοί, νέο πείραμα..

Μέχρι να φτάσουμε στο χειροκρότημα της ζωής.

Μέχρι η θεωρία με τις υποθέσεις και τους συλλογισμούς της λειτουργήσουν μέσα στη ζωή ,πραγματο-ποιώντας όλα εκείνα που υποσχέθηκαν..

Άρα , η πίστη κι ελπίδα δεν αρκούν..

Η πίστη κι ελπίδα όλων εκείνων που θέλουν να κάνουν την ζωή μια ευχάριστη περιπέτεια και συνεχώς αποτυγχάνουν , είναι ανάγκη να δώσουν την σκυτάλη στα 11 σκαλοπάτια που θα οδηγήσουν στην βε-βαιότητα για το μέλλον. Στη γνώση.

Θεωρία, υπόθεση, συλλογισμός, πείραμα, διάψευση, αλλαγή, νέα θεώρηση ,νέα υπόθεση ,νέος συλλογισμός , νέο πείραμα , μέχρι να έλθει η ευλογημένη ώρα της αλήθευσης για όλες τις ελπίδες ,για όλα τα πιστεύω..Μέχρι να φτάσω στην Γνώση.. Στην πρόβλεψη του μέλλοντος με Βεβαιότητα..

Μέχρι τότε,δεν ελπίζω,δεν πιστεύω τις προτάσεις και τις τακτικές εκείνων που συνεχώς αποτυγχάνουν. Κομματικών , ηγετίσκων, μεγαλοδημοσιογράφων, πολιτικών..

Δεν πιστεύω, δεν ελπίζω, σ’ αυτούς.

Αντίθετα προχωρώ στα μονοπάτια της Γνώσης που είναι ανατρεπτική.

Κι απ’ την Γνώση ,μπορώ πια να ελεύθω, να τρέξω προς τα κει που ο έρως με καλεί.. Από τον μικρό δικό μου χώρο , τον «ο».. Αυτός ο «έρος», μ’ εκτινάσσει με την δύναμη που κρύβει μέσα του το Φως στον μέγα χώρο , τον «ο τον μέγα, τον ω» , εκεί που το «εγώ» συναντά το «εμείς», εκεί που ο «έρος» γίνεται «Έρως» σε μια ιερή μέθεξη.

Τότε ανοίγει για πρώτη φορά ο δρόμος προς την γη που ο Θεός υποσχέθηκε στον Άνθρωπο.. Είναι η γη του Δίκιου για Όλους, της χαράς, της ειρήνης ..

Είμαι Ελεύθερος.

kazantzakes


Τα παιδιά που γυμνάζονται έχουν πιο «δυνατό» εγκέφαλο


Η άσκηση ενισχύει τον παιδικό εγκέφαλο αυξάνοντας τη φαιά ουσία σε περιοχές που συνδέονται με τη μάθηση, τις γνωστικές ικανότητες, τη μνήμη, όπως έδειξε η νέα, ισπανική, μελέτη


Τα παιδιά που έχουν καλή φυσική κατάσταση διαθέτουν και πιο «δυνατό» εγκέφαλο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που διεξήχθη σε παιδιά ηλικίας 8 ως 11 ετών. Συγκεκριμένα, από τη μελέτη προέκυψε ότι η άσκηση αυξάνει τη φαιά ουσία σε εννέα διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες είναι σημαντικές για τη γνωστική ικανότητα, τις εκτελεστικές λειτουργίες αλλά και τις ακαδημαϊκές επιδόσεις. Είναι η πρώτη φορά που αποτυπώνεται η καθοριστική επίδραση της φυσικής δραστηριότητας στη δομή του παιδικού εγκεφάλου.


«Διαβατήριο» για καλά αποτελέσματα στις εξετάσεις


Οι ισπανοί ερευνητές που διεξήγαγαν τη μελέτη πιστεύουν ότι η άσκηση μπορεί να έχει πολύ θετική επίδραση στην απόδοση των παιδιών στις εξετάσεις και τελικώς στη μετέπειτα επαγγελματική σταδιοδρομία τους. Ο επικεφαλής τους δρ Φρανσίσκο Ορτέγκα από το Ινστιτούτο για τον Αθλητισμό και την Υγεία του Πανεπιστημίου της Γρανάδας σημείωσε ότι τα ευρήματα έρχονται να προστεθούν σε υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με τη θετική επίδραση της άσκησης στους ηλικιωμένους, κυρίως σε ό,τι αφορά την προστασία από τη νόσο Αλτσχάιμερ.


Από την έρευνα προέκυψε ότι ειδικά η αερόβια άσκηση συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία περισσότερων νευρώνων σε περιοχές του εγκεφάλου, τόσο στον φλοιό όσο και στον υποφλοιό. Συγκεκριμένα εμφανίστηκε περισσότερη φαιά ουσία στον προκινητικό φλοιό, ο οποίος είναι άκρως σημαντικός σε ό,τι αφορά τη γνώση (κυρίως τη μίμηση), την ενσυναίσθηση αλλά και τον έλεγχο των κινήσεων. Η αερόβια άσκηση φάνηκε επίσης να αυξάνει τη φαιά ουσία στην παραϊπποκάμπεια έλικα και στον ιππόκαμπο που συνδέονται άμεσα με τη μνήμη. Επιδρούσε επίσης στην κάτω κροταφική έλικα, η οποία παίζει ρόλο στην αναγνώριση οπτικών ερεθισμάτων, καθώς και στον κερκοφόρο πυρήνα που εμπλέκεται στη μάθηση.


Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Neuroimage», είναι μέρος του προγράμματος ActiveBrains, το οποίο έχει ως στόχο να εξετάσει την επίδραση της άσκησης στον εγκέφαλο και στις γνωστικές ικανότητες, καθώς και σε παραμέτρους της ψυχικής υγείας σε υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά.

Αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου



Οπως σημείωσε ο δρ Ορτέγκα, «η έρευνά μας έχει ως στόχο να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως το αν ο εγκέφαλος παιδιών με καλύτερη φυσική κατάσταση είναι διαφορετικός από εκείνον παιδιών που δεν ασκούνται και αν αυτό επιδρά στις ακαδημαϊκές επιδόσεις τους». Ο ειδικός προσέθεσε ότι «τα στοιχεία μάς δείχνουν πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι μονολεκτική και ισχυρή: ναι, η άσκηση στα παιδιά συνδέεται άμεσα με σημαντικές διαφορές στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου και αυτές οι διαφορές αντικατοπτρίζονται στις σχολικές επιδόσεις τους». Σύμφωνα με τον ερευνητή, η μελέτη του ίδιου και της ομάδας του είναι η πρώτη που εξετάζει τη σύνδεση της άσκησης με τη φαιά ουσία σε υπέρβαρα ή παχύσαρκα παιδιά μέσω της ανάλυσης ολόκληρου του εγκεφάλου τους. Από την πλευρά της, η κύρια συγγραφέας της μελέτης δρ Ιρένε Εστεμπάν-Κορνέχουπογράμμισε ότι «η φυσική κατάσταση ενός παιδιού είναι ένας παράγοντας που μπορεί να τροποποιηθεί μέσω της άσκησης και ο συνδυασμός ασκήσεων που βελτιώνουν την αερόβια ικανότητα και τις κινητικές ικανότητες θα ήταν μια αποτελεσματική προσέγγιση για την ενεργοποίηση της ανάπτυξης του εγκεφάλου αλλά και για τη βελτίωση των σχολικών επιδόσεων στα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά». Οι ερευνητές τόνισαν ότι τα ευρήματα αυτά πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τους αρμοδίους της δημόσιας υγείας.

Τα παιδιά δεν ασκούνται αρκετά

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τους ειδικούς, τα παιδιά πρέπει να κάνουν τουλάχιστον 60 λεπτά άσκησης την ημέρα - οποιαδήποτε φυσική δραστηριότητα αυξάνει τον καρδιακό παλμό τους. Ωστόσο, στοιχεία δείχνουν ότι στις ηλικίες 5 ως 12 ετών τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας των παιδιών πέφτουν ως και κατά 40%!

Πανάρχαιοι γαλαξίες-γολιάθ πονοκεφαλιάζουν τους επιστήμονες


Καλλιτεχνική απεικόνιση των δύο πρώιμων κολοσσιαίων γαλαξιών. Credit: NRAO/AUI/NSF; D. Berry

Η ηλικία τους σε συνδυασμό με το κολοσσιαίο μέγεθος τους δεν συμβαδίζουν με τα κοσμολογικά μοντέλα.

Εντοπίστηκαν δύο γαλαξίες κολοσσιαίου μεγέθους που σχηματίστηκαν στις αρχές της ύπαρξης του Σύμπαντος και οι επιστήμονες αναρωτιούνται πώς συνέβη αυτό αφού η κρατούσα θεωρία για την γέννηση και εξέλιξη του Σύμπαντος δεν μπορεί να εξηγήσει την παρουσία τους.

Την ανακάλυψη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Nature» έκανε ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή αστρονομίας Νταν Μαρόουν, του πανεπιστημίου της Αριζόνα.Εκτιμάται ότι κατά τη στιγμή της παρατήρησής τους με το τηλεσκόπιο ALMA του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή, οι δύο γαλαξίες είχαν ηλικία σχεδόν 800 εκατομμυρίων ετών μετά το «Μπιγκ Μπανγκ» και το φως τους χρειάσθηκε περίπου 13 δισεκατομμύρια χρόνια για να φθάσει στη Γη.

Το ζεύγος των «γολιάθ», με την κοινή ονομασία SPT0311-58, είναι τόσο μεγάλο που σχεδόν καταρρίπτει τις έως τώρα θεωρίες για το πώς εξελίχθηκε το σύμπαν. Ο ένας από τους δύο γαλαξίες είναι ο μεγαλύτερος που έχει ποτέ βρεθεί από την εποχή που το σύμπαν είχε ηλικία έως ενός δισεκατομμυρίου ετών μετά το «Μπιγκ Μπανγκ». Εκτιμάται ότι έχει μάζα περίπου όσο 273 δισεκατομμύρια ήλιοι, ενώ ο μικρότερος γαλαξίας έχει μάζα «μόνο» 40 δισεκατομμύρια ηλιακές μάζες.

«Οποιοσδήποτε από τους δύο γαλαξίες από μόνος του θα ήταν μια ακραία περίπτωση και παρόλα αυτά βρήκαμε δύο μαζί», δήλωσε ο Κρις Χέιγουορντ του Κέντρου Υπολογιστικής Αστροφυσικής του Ινστιτούτου Flatiron της Νέας Υόρκης. «Πιθανώς υπάρχουν μόνο ελάχιστα τέτοια αντικείμενα σε ολόκληρο τον ουρανό. Είμαστε τυχεροί που βρήκαμε δύο από αυτά», δήλωσε ο Μαρόουν.
Γύρω από το ζευγάρι των γαλαξιών υπάρχει μια ακόμη μεγαλύτερη άλως σκοτεινής ύλης που τους περιβάλλει και η οποία υπολογίσθηκε ότι έχει μάζα τουλάχιστον ένα τρισεκατομμύριο φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο μας. «Πρόκειται για μια από τις πιο σπάνιες και ακραίες συσσωματώσεις σκοτεινής ύλης στο σύμπαν» δήλωσε ο Χέιγουορντ. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι καθώς οι δύο γαλαξίες βρίσκονται πολύ κοντά, σύντομα θα συγχωνευθούν και θα δημιουργήσουν τον μεγαλύτερο γαλαξία στην ιστορία του σύμπαντος.




Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μούμια 3.500 ετών σε ανεξερεύνητο τάφο στο Λούξορ




Οι τάφοι βρέθηκαν στη δυτική όχθη του Νείλου, σε μία νεκρόπολη για ευγενείς και ανώτατους αξιωματούχους
Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια μούμια σε τάφο που δεν είχαν εξερευνήσει στο Λούξορ στην Άνω Αίγυπτο, ανακοίνωσε σήμερα το υπουργείο Αρχαιοτήτων της χώρας.

Δύο τάφοι είχαν ανακαλυφθεί τη δεκαετία του 1990 από τη Γερμανίδα αρχαιολόγο Φρεντερίκα Καμπ η οποία είχε φθάσει στην πύλη της εισόδου «ωστόσο δεν είχε ποτέ εισέλθει» διευκρίνισε το υπουργείο σε ένα δελτίο τύπου.



Οι τάφοι ενδέχεται να χρονολογούνται από την εποχή του Νέου Βασιλείου, που διήρκησε πολλούς αιώνες έως πριν από περίπου 3.500 χρόνια. Μετά την ανακάλυψή τους παρέμειναν «ανέγγιχτοι» έως τη στιγμή που μια νέα ομάδα αρχαιολόγων επιδείξει ενδιαφέρον, σύμφωνα πάντα με το υπουργείο.
Στον πρώτο τάφο, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν, εκτός των ταφικών αντικειμένων, «μια μούμια τυλιγμένη σε λινό ύφασμα» η οποία, βάσει των ερευνών, ήταν «ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος ή μια προσωπικότητα με ισχύ» συμπλήρωσε το υπουργείο.

Θα μπορούσε να πρόκειται για ένα πρόσωπο που ονομαζόταν «Ντζεχούτι Μες, το όνομα του οποίου είναι χαραγμένο σε έναν τοίχο».

Ωστόσο, ο τάφος θα μπορούσε επίσης να ανήκει στον «αντιγραφέα Μαατί», το όνομα του οποίου όπως επίσης κι εκείνο της συζύγου του «Μέχι» αναγράφονται σε δεκάδες από τα ταφικά αντικείμενα που βρέθηκαν, εξηγεί το υπουργείο Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου.

Το όνομα του ιδιοκτήτη του δεύτερου τάφου δεν είναι γνωστό. Εκεί εντοπίστηκε μια τοιχογραφία που αναπαριστά «ένα πρόσωπο, πιθανόν τον αδελφό του εκλιπόντος να δίνει προσφορές και λουλούδια στο νεκρό και τη σύζυγό του».

Ο υπουργός Αρχαιοτήτων Χάλεντ αλ Ανάνι ανακοίνωσε τα νέα ευρήματα στο Λούξορ, στη νεκρόπολη Ντράα Άμπουλ Νάγκα.



ΑΠΕ – ΜΠΕ


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΚΗ



Το Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017, ξεκινάμε την πρώτη από μία σειρά περιπατητικών περιηγήσεων στην "Μυστική Θεσσαλονίκη", με οργάνωση του φημισμένου "Thessaloniki Walking Tours", για να ανακαλύψετε επί τόπου μαζί μας ιδιαίτερα σημεία της άγνωστης πλευράς της πόλης και τις παράξενες ιστορίες τους.
Σας προσκαλώ να γίνετε συνταξιδιώτες μας... Π. Γ.

----------------------(Ακολουθεί το δελτίο τύπου της διοργάνωσης)

Thessaloniki Walking Tours

Καλωσορίζουμε τον Παντελή Γιαννουλάκη και μαζί του εξερευνούμε την “Μυστική Θεσσαλονίκη” μέσα από μια σειρά συναρπαστικών διαδρομών...

Αινιγματικοί τόποι, μυστηριώδεις πύλες και αδιέξοδα, ιστορίες που συνδέουν την αρχαία με την σύγχρονη πόλη, υπόγειες στοές, ανατριχιαστικές αφηγήσεις, μύθοι και αστικοί θρύλοι, παραδόσεις και αντιλήψεις, φάσματα, φαντάσματα, και διηγήσεις όπου το υπερφυσικό και η φαντασία συναντά την Ιστορία. Με οδηγό τον εξπέρ του χώρου στην Ελλάδα, Παντελή Γιαννουλάκη, συγγραφέα, μελετητή και εκδότη, ανασύρουμε άγνωστες ιστορίες από την Θεσσαλονίκη και περιηγούμαστε στις πιο μυστικές της γωνιές.

Σε αυτήν την διαδρομή, την πρώτη μιας σειράς περιηγήσεων που προσεγγίζει την πόλη από μια εντελώς διαφορετική ματιά, περιηγούμαστε σε γωνιές της περιοχής του Αγίου Παύλου και της Άνω Πόλης, μοιραζόμαστε ιστορίες που δεν σας διηγήθηκε ποτέ κανείς, και φέρνουμε στην επιφάνεια μια αθέατη πλευρά της Θεσσαλονίκης.

Το Σάββατο 16 Δεκεμβρίου αφήνουμε πίσω μας την καθημερινότητα και εισχωρούμε όλοι μαζί σε έναν μυστικό κόσμο ακολουθώντας έναν συναρπαστικό αφηγητή.

Σημείο Συνάντησης: Στο νοσοκομείο “Άγιος Δημήτριος”

'Ωρα: 15:45

Συμμετοχή: 10 ευρώ

Πληροφορίες / Κρατήσεις:
info@thessalonikiwalkingtours.com
& 6978.186.900-1, 2310.424.916




Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Αλλη μια υποψήφια Γη


Καλλιτεχνική απεικόνιση του εξωπλανήτη K2-18b που μπορεί να είναι φιλικός στην ζωή.


Η ανακάλυψη εξωπλανητών είναι πλέον σχεδόν καθημερινή υπόθεση. Ο αριθμός τους έχει ξεπεράσει πλέον τους έξι χιλιάδες και όταν τεθούν σε λειτουργία τα νέας γενιάς διαστημικά και επίγεια τηλεσκόπια ο αριθμός τους αναμένεται να εκτοξευθεί. Το τελευταίο διάστημα η προσπάθεια των αστρονόμων έχει επικεντρωθεί στην προσπάθεια εντοπισμού πλανητών με χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της Γης.

Μια τέτοια περίπτωση ανακοινώθηκε πριν από λίγα 24ωρα από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ και του Πανεπιστημίου του Τέξας. Χρησιμοποιώντας το τηλεσκόπιο του αστεροσκοπείου La Silla στην Χιλή οι ερευνητές εντόπισαν ένα εξωπλανήτη σε απόσταση 111 ετών φωτός από εμάς. Ο K2-18b όπως ονομάστηκε ο εξωπλανήτης είναι μια Σούπερ Γαία ή Υπερ Γαία, όρος που χαρακτηρίζει πλανήτες με μέγεθος 1-10 φορές μεγαλύτερο από αυτό της Γης. Οι πρώτες αναλύσεις δείχνουν ότι ο εξωπλανήτης είναι πιθανότατα βραχώδης και βρίσκεται στην λεγόμενη κατοικήσιμη ζώνη του συστήματος του. Είναι δηλαδή σε απόσταση τέτοια από το μητρικό του άστρο να υπάρχουν ευνοϊκές για την ζωή συνθήκες όπως νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνεια του.

Ο πλανήτης διαθέτει και μια ατμόσφαιρα που και αυτή δείχνει φιλική στην ύπαρξη κάποιων μορφών ζωής έστω και σε μικροβιακό επίπεδο. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι κοντά στον K2-18b βρίσκεται άλλη μια Σούπερ Γαία. Οπως είναι ευνόητο τόσο ο εξωπλανήτης όσο και το σύστημα αυτό γενικότερα θα αποτελέσουν τώρα στόχο των επιστημόνων αφού δείχνουν αφού βάζουν σοβαρή υποψηφιότητα να διαθέτουν ζωή.


Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης




Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης.

Η Ζωή και το Έργο του.

Αρχή της Μεσότητας: «Πρώτα απ’ όλα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα είναι φτιαγμένα από τη φύση τους έτσι που να καταστρέφονται από έλλειψη ή την υπερβολή, όπως βλέπουμε να συμβαίνει με τη σωματική δύναμη και τη υγεία, γιατί πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί χειροπιαστές αποδείξεις προκειμένου να διαλευκάνει ασαφή ζητήματα». Ηθικά Νικομάχεια Β΄1104a, 13 -16

Ο Αριστοτέλης ήταν ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους και επιστήμονες της Κλασσικής εποχής. Ιδρυτής της περιπατητικής φιλοσοφίας, ο συστηματικότερος, μεθοδικότερος νους του αρχαίου κόσμου και ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών. Όπως επίσης και θεμελιωτής και πρόδρομος πλήθους παλαιότερων όσο και νεότερων κλάδων της επιστήμης.

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.κ.ε. στα Στάγιρα, το σημερινό Σταυρό στη βορειοανατολική ακτή της Χαλκιδικής (η οποία ήταν γνήσια ελληνική πόλη που την είχαν ιδρύσει άποικοι από την ’νδρο και η Χαλκίδα 665 π.κ.ε. οι οποίοι μιλούσαν μια παραλλαγή της ιωνικής διαλέκτου) και πέθανε στο κτήμα της μητέρας του στη Χαλκίδα το 322 π.κ.ε. Οι γονείς του, Νικόμαχος και Φαιστίδα, κατάγονταν από τους οικιστές της Χαλκιδικής. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του, ανήκε στο γένος ή τη συντεχνία των Ασκληπιαδών και πολλοί λένε ότι η οικογένειά του είχε μετοικήσει από τη Μεσσηνία κατά τον 8ο ή 7ο αιώνα. Επίσης λένε ότι θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, γιό του Ασκληπιού.

Ο Νικόμαχος ήταν γιατρός, εύκολα λοιπόν αντιλαμβανόμαστε από που πήγαζε το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για τις φυσικές επιστήμες και κυρίως τη βιολογία. Ο Γαλήνιος μας πληροφορεί ότι οι Ασκληπιάδες δίδασκαν στους γιους τους ανατομία, έτσι ο Αριστοτέλης είχε σίγουρα αποκτήσει σχετικές γνώσεις. Δεν πρέπει να αποκλείουμε το να έχει βοηθήσει τον πατέρα του στη χειρουργική και από εκεί να πλάστηκε ο θρύλος που θέλει τον φιλόσοφο ψευτογιατρό.

Όσον αφορά τη μητέρα του, πίστευαν πως είχε θεϊκή καταγωγή. Η Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγιρα και άνηκε στο γένος των Ασκληπιαδών. Το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ανήκαν σε μεγάλες ιατρικές οικογένειες, συντέλεσε στη σταθερή κλίση του Αριστοτέλη για την εμπειρική γνώση. Ο ρόλος που ανέλαβε αργότερα ο Αριστοτέλης ως παιδαγωγός του μικρού τότε Αλεξάνδρου, είχε κατά κάποιο τρόπο προετοιμαστεί από το ότι ο πατέρας του ήταν προσωπικός γιατρός και φίλος του Αμύντα Γ΄βασιλιά της Μακεδονίας και παππού του Αλεξάνδρου.

Σε πολύ μικρή ηλικία ο Αριστοτέλης έχασε τη μητέρα του και πριν γίνει έφηβος χάνει και τον πατέρα του, για το λόγο αυτό ανατράφηκε μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα. Μετά το θάνατο και των γονέων του, την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος και γαμπρός του πατέρα του Πρόξενος (του οποίου το γιο, Νικάνορα, υιοθέτησε αργότερα ο Αριστοτέλης), ο οποίος ήταν εγκατεστημένος με την οικογένειά του στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος φρόντισε τον μικρό Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον δίδαξε ελληνικά, ρητορική, ποίηση και γενικά του προσέφερε την καλύτερη δυνατή μόρφωση, σε ένα περιβάλλον πολύ ανεπτυγμένο.

Το 367 π.κ.ε. σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης έχοντας πια την διαχείριση της πατρικής και της μητρικής του κληρονομιάς, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, που θεωρούνταν το σπουδαιότερο και περιφημότερο πνευματικό, καλλιτεχνικό και αστικό κέντρο του τότε πολιτισμένου κόσμου. Μετά την εγκατάσταση του φιλόσοφου στην Αθήνα, είναι πιθανόν ότι είχε, όχι μόνο αξιόλογη προκαταρκτική μόρφωση, ώστε να μπορεί να φοιτήσει κοντά στους ρήτορες ή τους φιλόσοφους, αλλά και, σαν γόνος Ασκληπιαδών, που κατείχε μερικές ιατρικές γνώσεις, κυρίως στην ανατομία.

Επιπρόσθετα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από πληροφορίες των βιογράφων του, υπήρξε ακροατής του Ευδόξου, ενός φιλοσόφου και ιδίως μαθηματικού από την Κνίδο. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες ότι υπήρξε μαθητής του Ισοκράτη, μολονότι «το στρωτό και λυμένο ύφος του, που με τόση ακρίβεια και λιτότητα αποδίδει το νόημα, και παράλληλη μπορεί να υψώνεται σε τόνους εντυπωσιακής μεγαλοπρέπειας», οφείλει πολλά σ’ αυτόν τον «ευφράδη γέροντα» που επηρέασε το ελληνικό και λατινικό ύφος τόσο πολύ.

Έπειτα, έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Πλάτωνα (πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ακαδημία δεν τον οδήγησε η γοητεία της φιλοσοφικής ζωής, αλλά το ότι η σχολή του εξασφάλιζε την καλύτερη μόρφωση στην Ελλάδα), όπου και διέμεινε για 20 χρόνια (367-347), δηλαδή μέχρι το θάνατο του δάσκαλου του. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε αυτά τα είκοσι χρόνια ο Αριστοτέλης δεν ήταν απλώς μαθητής. Ως γνωστόν, οι τότε φιλοσοφικές σχολές ήταν όμιλοι ανθρώπων που τους ένωσε το κοινό πνεύμα και οι ίδιες βασικές θέσεις, αλλά όπου ο καθένας ακολουθούσε τη δική του ανεξάρτητη ερευνητική πορεία. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας και όχι μόνο, τους άφηνε όλους κατάπληκτους ακόμα και τον ίδιο το δάσκαλο του, εξαιτίας της ευφυΐας και της φιλοπονίας του, γι’ αυτό και προκαλούσε τη ζήλια και το φθόνο άλλων φιλοσόφων. Οι οποίοι τον κατηγορούσαν με πάθος, όπως για παράδειγμα ο Επίκουρος.



Παρ’ όλα αυτά η διαύγεια του πνεύματος του Αριστοτέλη, ήταν εμφανής, γι’ αυτό και ο δάσκαλος του Πλάτωνας τον ονόμαζε «νουν της διατριβής» και το σπίτι του «οίκον αναγνώστου». Στα χρόνια που διέμεινε στην Ακαδημία, συναναστράφηκε και κατανόησε τον Πλάτωνα της γεροντικής ηλικίας, το φιλόσοφο δηλαδή με τη μετριασμένη ιδεοκρατία και τη βαθύτερη αυτοκριτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με την προέλευση του Αριστοτέλη από περιβάλλον εμπειρικό, εξηγεί ικανοποιητικά τη διαφορά της αριστοτελικής από την πλατωνική φιλοσοφία. Όμως ένα τόσο ισχυρό πνεύμα σαν του Αριστοτέλη, δεν θα μπορούσε ποτέ να δεχθεί ανεπιφύλακτα όλες τις θεωρίες του Πλάτωνα. Ωστόσο, στο φιλοσοφικό του έργο, αντίθετα από τις επιστημονικές πραγματείες του, δεν υπάρχει σημείο-σελίδα, που να μην διακρίνεται η σφραγίδα του πλατωνισμού.

Όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητας έτσι και ο Αριστοτέλης, δεν έμειναν χωρίς εχθρούς και αντιπάλους. Κατηγορήθηκε από κάποιους για απρεπή συμπεριφορά προς το δάσκαλό του. Έπειτα, λόγω του ότι ο Αριστοτέλης πάντα εξέφραζε θαρραλέα τις σκέψεις του, προκάλεσε και κάποιες αντιπάθειες, που εντάθηκαν μέσα στο κλίμα της γενικότερης ψυχρότητας για το «μακεδονίζοντα» Αριστοτέλη. Όταν το 347 οι «αντιμακεδονίζοντες» της Αθήνας ανέβηκαν στην εξουσία.

Εκτός αυτού όμως, μετά τη διαδοχή του Πλάτωνα στη σχολή από τον Σπεύσιππο, ο οποίος εκπροσωπούσε τις τάσεις του πλατωνισμού με τις οποίες ο Αριστοτέλης διαφωνούσε -ειδικότερα με την τάση «να γίνουν τα μαθηματικά η φιλοσοφία» -ασφαλώς θα αισθάνθηκε απροθυμία να συνεχίσει στη σχολή. Τότε ο Αριστοτέλης αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα.

Στη μετανάστευση του αυτή τον συνόδευσε ο Ξενοκράτης, που ήταν συνάδελφός του στη σχολή. Από την Αθήνα, πήγε στην Άσσο (πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο) δεχόμενος την πρόσκληση του Ερμιά, ενός πρώην συμφοιτητή του στη σχολή, ο οποίος είχε κατορθώσει από δούλος να γίνει τύραννος του Αταρνέως και της Άσσου στη Μυσία. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δυο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμιάς. Οι κυβερνήτες της Άσσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως «παράρτημα» της Ακαδημίας. Στην Άσσο ο Αριστοτέλης έμεινε και δίδαξε για 2 ή 3 χρόνια (347-345/344), όπου ήταν η κεντρική μορφή ανάμεσα σε ένα κύκλο από φίλους της Ακαδημίας. Επιπλέον, εκεί ο φιλόσοφος με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δε μπόρεσε ο Πλάτωνας.

Στην Άσσο λέγετε πως γνώρισε και το Θεόφραστο, το σπουδαιότερο μαθητή, συνεργάτη και φίλο του, ο οποίος τον προσκάλεσε να εγκατασταθεί στη δική του ιδιαίτερη πατρίδα, τη Μυτιλήνη. Το 345 π.κ.ε. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.κ.ε. Αυτή την περίοδο χρονολογούνται πολλές έρευνές του στο χώρο της βιολογίας.

Τα έργα αυτής της περιόδου, αναφέρονται πολύ συχνά σε συμβάντα της φυσικής ιστορίας, που είχε παρακολουθήσει στις γύρω περιοχές και ειδικότερα στη λιμνοθάλασσα της Πύρρας. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου, ο Αριστοτέλης είχε έναν μόνιμο και τρυφερό δεσμό -που δεν νομιμοποίησε ποτέ- με μια συμπατριώτισσά του, Σταγειρίτισσα, την Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Σ’ αυτόν έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο και ωριμότερο από τα ηθικά του συγγράμματα, τα «Ηθικά Νικομάχεια».

Όμως η παραμονή και η σχετική διδακτική και ερευνητική δραστηριότητά του μεγάλου φιλόσοφου στη Μυτιλήνη ήταν σύντομη, γιατί ένα ή δυο χρόνια αργότερα (343/342) τον προσκάλεσε ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιού του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρόνων. Είναι ευνόητο ότι γι’ αυτή την τιμητική πρόσκληση είχαν συντελέσει, εκτός από την ήδη αναγνωρισμένη σοφία του Αριστοτέλη, η προέλευση του από τη γειτονική στο Βασίλειο της Μακεδονίας Χαλκιδική, ο δεσμός της οικογένειας του με τη μακεδονική αυλή, όπως έχω ήδη αναφέρει και ο προστάτης του Ερμίας, ο οποίος είχε φροντίσει να ακούσει πολλά καλά γι’ αυτόν ο Φίλιππος ο Μακεδών.

Ο Αριστοτέλης δέχθηκε με μεγάλη προθυμία την πρόταση που του έγινε. Ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να αναθερμάνει τις παλαιές σχέσεις με τη μακεδονική αυλή και, όπως διαπιστώνουμε στα Πολιτικά του, έδινε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση μελλοντικών ηγεμόνων. Από τη θέση αυτή απέκτησε μεγάλη επιρροή στην αυλή και κατόρθωσε να μεσολαβήσει επιτυχώς υπέρ των Σταγίρων, των Αθηνών και της Ερεσού. Σχετικά με τη μόρφωση που έδωσε στον μαθητή του δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Κύριο θέμα της διδασκαλίας του πρέπει να ήταν ο Όμηρος και οι τραγικοί ποιητές, που αποτελούσαν τη βάση της ελληνικής εκπαίδευσης. Λέγεται μάλιστα ότι αναθεώρησε το κείμενο της Ιλιάδας, για τον Αλέξανδρο. Φρόντισε συγκεκριμένα, να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και θεωρείται βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης συζητούσε μαζί του τα καθήκοντα των ηγεμόνων και την τέχνη της διακυβέρνησης.

Η εκπαίδευση του παιδιού γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα (μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη), η οποία βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Για το μαθητή του συνέθεσε ένα σύγγραμμα «Περί βασιλείας» και ένα ακόμη με τίτλο «περί αποικιών», δύο θέματα που ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα για έναν άνθρωπο ο οποίος θα γινόταν ο μεγαλύτερος έλληνας βασιλέας και αποικιστής.

Ήταν φυσικό όλο αυτό το διάστημα ο μεγάλος φιλόσοφος να ασχοληθεί με πολιτικά ζητήματα και τότε ήταν που συνέγραψε τη μεγάλη συλλογή του, τα «Των Πολιτειών». Παρ’ όλα αυτά, η μεγαλοφυΐα οδήγησε τον Αλέξανδρο στον δύσκολο δρόμο της δράσης και όχι της μελέτης. Όμως οι σχέσεις των δύο ανδρών φαίνεται ότι ποτέ δεν διακόπηκαν εντελώς, αλλά δεν έχουμε καμιά ένδειξη για πραγματική φιλία στενή φιλία ανάμεσά τους αφότου έληξε η κηδεμονία του Αλεξάνδρου το 340, όταν ορίστηκε αντιβασιλέας. Επιπρόσθετα, την εποχή που έμεινε κοντά στον Αλέξανδρο πρέπει να δημιουργήθηκε και ο στενότερος δεσμός που είχε ποτέ με Μακεδόνα –η φιλία του με τον Αντίπατρο.

Μετά τη διαπαιδαγώγηση του Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Στάγιρα (341). Εκεί, έχοντας πάντα κοντά του το μαθητή και συνεργάτη του Θεόφραστο, συνέχισε τις ερευνητικές του επιδόσεις. Αργότερα, μαζί με τον ανιψιό του Καλλισθένη, πέρασε ένα διάστημα στους Δελφούς, ασχολούμενος με τη μελέτη ιστορικού αρχείου του μαντείου και με τη σύνταξη του καταλόγου των Πυθιονικών. Το 335 ή 334, ο φιλόσοφος εγκαταστάθηκε και πάλι, στην Αθήνα, ύστερα από 12 χρόνια απουσίας, όπου και αρχίζει η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του. Η δεύτερη, θα λέγαμε, αθηναϊκή περίοδος του Αριστοτέλη κράτησε 12 χρόνια, περίπου (334-323).



Στο διάστημα αυτό δίδαξε την ωριμότερη φιλοσοφία του, επεξεργάστηκε τα μεγαλύτερα συγγράμματα του, δίνοντας τους οριστικότερη μορφή και συμπλήρωσε τις επιστημονικές έρευνές του. Ο χώρος που δίδασκε ήταν το «Λύκειον», δημόσιο γυμναστήριο, που βρισκόταν στα βορειοανατολικά περίχωρα της πόλης μεταξύ Λυκαβηττού και Ιλισσού. Εκεί υπήρχε ένα άλσος αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα και στις Μούσες, όπου σύχναζε πιο παλιά και ο Σωκράτης.

Στην περιοχή αυτή μίσθωσε ο Αριστοτέλης ορισμένα οικήματα (μουσείον, ιερόν και μια μικρή και μια μεγάλη στοά) -ως ξένος δεν είχε δικαίωμα να τα αγοράσει- και ίδρυσε τη σχολή του. Αργότερα με τα χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν «περίπατοι» γι’ αυτό και η σχολή του ονομάστηκε «Περιπατητική» και οι μαθητές του «περιπατητικοί φιλόσοφοι». Έγινε ο αρχηγός της περιπατητικής φιλοσοφίας αν και τον Περίπατο ως εκπαιδευτήριο και κέντρο έρευνας δεν τον ίδρυσε ο ίδιος. Ο Περίπατος ιδρύθηκε μετά το θάνατο του Αριστοτέλη από το Θεόφραστο.

Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί «εωθινός περίπατος» και για τους αρχάριους το απόγευμα «περί το δειλινόν», «δειλινός περίπατος». Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική «ακροαματική», ενώ η απογευματινή «ρητορική» και «εξωτερική». Πηγές μας πληροφορούν ακόμα, ότι ο Αριστοτέλης είχε επιβάλει στη σχολή έναν κανονισμό, σύμφωνα με τον οποίο, οι μαθητές «διοικούσαν» με τη σειρά, επί δέκα ημέρες ο καθένας.

Επίσης, λένε ότι οι μαθητές δειπνούσαν μαζί και ότι μια φορά το μήνα γινόταν ένα συμπόσιο, σύμφωνα με κανόνες που είχε ορίσει ο Αριστοτέλης. όμως για τον καταμερισμό των καθαυτό εργασιών της σχολής μας έχουν διασωθεί ελάχιστα στοιχεία. Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και πολύ καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα και οργάνωσε ένα μουσείο αντικειμένων για να επεξηγεί με παραδείγματα τη διδασκαλία του και κυρίως τη φυσική ιστορία.

Λένε πως ο Αλέξανδρος του είχε δώσει 800 τάλαντα, ώστε να μπορέσει να φτιάξει αυτή τη συλλογή και πως είχε δώσει εντολή σε όλους τους κυνηγούς και τους ψαράδες του μακεδονικού βασιλείου, να αναφέρουν στον Αριστοτέλη ό,τι αξιοσημείωτο, από επιστημονική άποψη βέβαια παρατηρούσαν. Με αποτέλεσμα σύντομα η σχολή να γίνει περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Την ίδια εποχή ο φιλόσοφος συνέλαβε τη βασική ταξινόμηση των επιστημών που ισχύει ως τις μέρες μας και προώθησε τις περισσότερες από αυτές σε υψηλότερο επίπεδο. Όπως για παράδειγμα τη λογική και στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είχε κανένα πρόδρομο και ούτε (για πολλούς αιώνες) αντάξιο διάδοχο. Ταυτόχρονα η σχολή, με το ενδιαφέρον της για πρακτικούς τομείς, όπως η ηθική και η πολιτική, επιδρούσε τόσο στην καθημερινότητα, όσο και οι μεγάλοι διδάσκαλοι, ο Σωκράτης και ο Πλάτων.

Το 323 π.κ.ε. με την είδηση του θανάτου του Αλεξάνδρου και με την επαναφορά των αντιμακεδονιζόντων στην εξουσία της Αθήνας, ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε ένα έντονα εχθρικό περιβάλλον, γιατί οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος θεώρησαν, ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό το ιερατείο, με εκπρόσωπο του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια.

Όμως ο Αριστοτέλης, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των πολιτικών του αντιπάλων και επειδή ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει τους Αθηναίους «να διαπράξουν και δεύτερο αδίκημα κατά της φιλοσοφίας», παρέδωσε τη σχολή στον Θεόφραστο, αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, πριν δικαστεί (323 π.κ.ε.). Εκεί, έμεινε στο σπίτι της μητέρας του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Ερπυλλίδα και τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.

Λίγους μήνες αργότερα πέθανε από στομαχικό νόσημα, που τον ταλαιπωρούσε για πολλά χρόνια, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Τα σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγιρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν «οικιστή» της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή τα «Αριστοτέλεια» και ονόμασαν έναν από τους μήνες «Αριστοτέλειο». Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής. Ακόμη και μετά το θάνατο του λαμπρού φιλοσόφου, η σχολή εξακολούθησε να ακμάζει και να ακτινοβολεί, έχοντας στη διεύθυνση το Θεόφραστο, που ο Αριστοτέλης θεώρησε καταλληλότερο.



Η προσωπικότητα του Αριστοτέλη

Πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το χαρακτήρα του Αριστοτέλη και γενικά τις σχέσεις του με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, συγγενείς, φίλους, ελεύθερους και δούλους, αποτελεί το κείμενο της διαθήκης του, που διασώθηκε από το Διογένη. Σ’ αυτό διαφαίνεται πως ήταν άνθρωπος που είχε αισθανθεί έντονα τη μοναξιά της ζωής και που ένιωθε ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους συντέλεσαν αποτελεσματικά με τις φροντίδες τους, ώστε να απαλυνθεί εάν όχι εξαλειφθεί το αίσθημα του αυτό.

Με τη διαθήκη του ζητούσε: να τον θάψουν δίπλα στη γυναίκα του Πυθιάδα, που είχε πεθάνει πριν. Στην Ερπυλλίδα, που είχε φροντίσει τον ίδιο προσωπικά, την οικογένειά του και το σπιτικό τους, να την αφήσουν να διαλέξει το καλύτερο από τα κτήματα του στη Χαλκίδα ή στα Στάγιρα και να ξαναφτιάξει τη ζωή της, αν η ίδια το θελήσει. Ήθελε την κόρη του να πάρει για γυναίκα του ο Νικάνωρ, ο γιός του Πρόξενου, του κηδεμόνα του. Όσον αφορά τους δούλους, επιθυμούσε να τους προστατέψουν και να τους αποκαταστήσουν οικονομικά και κοινωνικά. Τις δούλες συγκεκριμένα, να τις προικίσουν και να τις παντρέψουν με πρόσωπα που να έχουν καλό όνομα. Και τέλος, τα παιδιά των δούλων του ζήτησε «μη πωλείν όταν εν ηλικία γένωνται, ελεύθερους αφείναι κατ’ αξίαν» και μάλιστα για κάποιους προβλέπει την απελευθέρωση. Ακολουθώντας με τον τρόπο αυτό έμπρακτα μια από τις συστάσεις των «Πολιτικών» του.

Άλλες πηγές μας πληροφορούν, ότι ο Αριστοτέλης ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντιπάλους (Επίκουρος, Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.) γιατί έβλεπαν με φθόνο την ανωτερότητά του και αισθάνονταν ότι η παρουσία του τους μηδένιζε. Γι’ αυτό τον διέβαλλαν με κάθε είδους συκοφαντίες. Τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλεξάνδρου κλπ. Όμως, όλα αυτά αναιρούνται από πολύ αξιόπιστες πηγές, που αποδεικνύουν τόσο ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, όσο και την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του. Κάποιοι τον θεωρούσαν απλώς «ένσαρκη διάνοια», όμως η διαθήκη του δεν αφήνει αμφιβολία ότι υπήρξε ευγνώμων και στοργικός προς τους συνανθρώπους του άνθρωπος.

Για την εμφάνιση και τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου, δεν μπορούμε ένα μιλήσουμε με σιγουριά. Μια αξιόπιστη παράδοση όμως, τον θέλει φαλακρό, με αδύνατα πόδια, μικρά μάτια και τραύλισμα στην ομιλία, αλλά ιδιαίτερα καλοντυμένο. Ορισμένοι κακόβουλοι εχθροί του τον παρουσιάζουν θηλυπρεπή και μαλθακό. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις ρητές του απόψεις, είναι το ότι δεν υπήρξε ασκητικός στις συνήθειές του. Λέγεται ακόμη, ότι είχε ειρωνική διάθεση που καθρεφτιζόταν στην έκφρασή του. Τέλος ο Διογένης Λαέρτιος μνημονεύει πολλά ρητά που φανερώνουν το ετοιμόλογο πνεύμα του.

Το έργο του Αριστοτέλη

Το συγγραφικό έργο του Αριστοτέλη μπορεί να χωριστεί σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει έργα εκλαϊκευμένου χαρακτήρα που τα είχε δημοσιεύσει ο ίδιος. Η δεύτερη, σημειώσεις και συλλογές υλικού που προορίζονταν για επιστημονικές πραγματείες και η τρίτη, τα ίδια τα επιστημονικά έργα. Με μόνη εξαίρεση την «Αθηναίων Πολιτεία», ολόκληρο τα σώμα των σωζόμενων έργων του –αν είναι αυθεντικό– ανήκει στην τρίτη κατηγορία.

Η γνώση μας για τα υπόλοιπα συγγράμματα στηρίζεται σε αποσπάσματα τα οποία μνημονεύουν αρχαίοι συγγραφείς, και σε τρεις καταλόγους που έχουν περισωθεί από την αρχαιότητα. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εκτενέστερα από τα σωζόμενα έργα του δεν αποτελούν ενιαία σύνολα, αλλά συλλογές κειμένων για συναφή θέματα, και ότι τα επιμέρους κείμενα είναι οι αρχικές ενότητες που συνδέθηκαν έπειτα μεταξύ τους, άλλοτε από τον ίδιο τον Αριστοτέλη και άλλοτε από τους εκδότες του.

Σωζόμενες πραγματείες.

1) Λογικές (Όργανον κατά τον Αριστοτέλη), που περιλαμβάνονται οι Κατηγορίες, το Περί ειρήνης, το Περί ψυχής, τα Αναλυτικά, τα Αναλυτικά Ύστερα, τα Τοπικά και οι Σοφιστικοί έλεγχοι.

2) Φυσικές που περιλαμβάνουν τα Φυσικά, το Περί ουρανού, το Περί Γενέσεως και Φθοράς και τα Μετεωρολογικά.

3) Ψυχολογικά που περιλαμβάνουν το Περί ψυχής (Μικρά Φυσικά), τα Περί αισθήσεως και αισθητών, Περί μνήμης και αναμνήσεως, Περί ύπνου, Περί εγρηγόρσεως, Περί της μαντικής της εν τοις ύπνοις, Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος, Περί ζωής και θανάτου και τέλος το Περί αναπνοής.

4) Βιολογικά τα οποία ακολουθούνται από κάποια νόθα έργα. Το μόνο που γνωρίζουμε από τον ίδιο το φιλόσοφο και από τις αναφορές του είναι το ευχάριστο έργο με τον τίτλο Περί θαυμασίων ακουσμάτων.

5) Ηθικά τα οποία περιλαμβάνουν τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Ηθικά Ευδήμεια.

6) Πολιτικά, που είναι χωρίς καμιά αμφιβολία, έργο του Αριστοτέλη. Σ’ αυτά εντάσσονται το βιβλίο των Οικονομικών, έπειτα μια συλλογή από ιστορικά γεγονότα που, με μορφή παραδειγμάτων επεξηγούν διάφορα οικονομικά σχήματα και τέλος το τρίτο βιβλίο με τίτλο Νόμοι ανδρός και γαμετής.

7) Ρητορική: Στα έργα του Αριστοτέλη σημειώνεται μια πορεία που ξεκινά από τα μη εγκόσμια για να καταλήξει στη συνέχεια σ’ ένα έντονο ενδιαφέρον για τα συγκεκριμένα γεγονότα της φύσης και της ιστορίας, καθώς και στην πεποίθηση ότι η μορφή και το νόημα του κόσμου δεν βρίσκονται έξω από αυτόν αλλά μέσα στο ίδιο το περιεχόμενό του.

Λογική: γνωσιολογία-αναλυτική

Οι επιστήμες κατά τον Αριστοτέλη διακρίνονται σε θεωρητικές, πρακτικές και ποιητικές. Άμεσος σκοπός κάθε ομάδας είναι το ειδέναι, αλλά απώτεροι σκοποί τους είναι αντίστοιχα η γνώση, η συμπεριφορά και η κατασκευή χρήσιμων ή ωραίων αντικειμένων. Η λογική, αν κατατασσόταν σύμφωνα με αυτή την ταξινόμηση, θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις θεωρητικές επιστήμες. Αλλά οι μόνες θεωρητικές επιστήμες που κατονομάζονται είναι τα μαθηματικά, η φυσική και η θεολογία ή μεταφυσική και η λογική δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από αυτές.

Στην πραγματικότητα η Λογική, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, δεν είναι αυθύπαρκτη επιστήμη, αλλά μέρος μιας γενικής παιδείας, απαραίτητη σε κάθε άτομο που προτίθεται να μελετήσει οποιαδήποτε επιστήμη. Μόνη αυτή θα του επιτρέψει να γνωρίσει ποιών προτάσεων πρέπει να ζητά την απόδειξη και τι είδους απόδειξη να ζητά. Σε παρόμοια αντίληψη οφείλεται η χρήση της λέξης Όργανον (της επιστήμης) για να δηλωθεί η λογική θεωρία και τελικά η συλλογή των λογικών έργων του Αριστοτέλη.

Ο όρος Λογική είναι άγνωστος για τον Αριστοτέλη και δεν απαντά πριν από την εποχή του Κικέρωνα. Η ονομασία που δίνει ο ίδιος σ’ αυτό τον κλάδο της γνώσης ή τουλάχιστον στη μελέτη του συμπερασμού, είναι Αναλυτικά. Αυτή η λέξη αναφέρεται κατά βάση στην ανάλυση του συμπερασμού στα σχήματα του συλλογισμού, αλλά μπορούμε ίσως να επεκτείνουμε τη σημασία της ώστε να συμπεριλάβει την ανάλυση του συλλογισμού σε προτάσεις και τις προτάσεις σε όρους. Η Λογική δεν είναι γι’ αυτόν η μελέτη των λέξεων, αλλά της σκέψης, της οποίας σημεία αποτελούν οι λέξεις, της σκέψης που δεν νοείται ως όργανο για τη συγκρότηση της φύσης, των πραγμάτων, αλλά για την κατανόησή της.

Με τη συλλογιστική του, δηλαδή τη γενική θεωρία για το συλλογισμό, ο Αριστοτέλης επισήμανε τα συστατικά στοιχεία της σκέψης και τις λειτουργικές σχέσεις τους κατά τις διεργασίες που επιτελεί ο ανθρώπινος νους στην προσπάθειά του να κατανοήσει την πραγματικότητα. Έτσι όρισε την «έννοια»ως υποκειμενικό αντίκρισμα της ουσίας ενός πράγματος και διέκρινε έννοιες «ιδιότητας» και «είδους», όρισε την «κρίση» ως πρόταση που συνδέει ή χωρίζει τις έννοιες με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αναγκαιότητα ή δυνατότητα και διέκρινε κρίσεις θετικές και αρνητικές, κρίσεις που δηλώνουν πραγματικότητα, αναγκαιότητα ή δυνατότητα και κρίσεις γενικές, μερικές και απροσδιόριστες.

Πρόσεξε επίσης την μετατρεψιμότητα των κρίσεων και προσδιόρισε τους κανόνες που τη ρυθμίζουν. Ακόμη πραγματεύτηκε την αντίφαση και στις δύο μορφές της, την αντίθεση και την εναντίωση και διατύπωσε το νόμο της αντίφασης και του αποκλεισμού του τρίτου ή του μέσου.

Ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι στην ανθρώπινη σκέψη κάθε συνάφεια και πρόοδος συντελείται μέσα από συλλογιστικές συναρτήσεις. Με βάση αυτή τη γενική διαπίστωση, όρισε το συλλογισμό ως μορφή σκέψης, όπου από ορισμένες δεδομένες προτάσεις προκύπτει κάτι νέο, διαφορετικό από τα δεδομένα, αλλά και αυτό δεδομένο και υποχρεωτικό για τη νόηση, χωρίς να χρειάζεται θεμελίωση από την αρχή. Συγκεκριμένα στο συλλογισμό διέκρινε τρεις προτάσεις: την πρώτη και τη δεύτερη, δηλαδή τους όρους και την τρίτη, δηλαδή το συμπέρασμα. Επίσης, διέκρινε τρεις διαφορετικές έννοιες. Από αυτές η μία περιέχεται σε μια δεύτερη και περιέχει μια τρίτη, π.χ. η έννοια Έλληνας περιέχεται στην έννοια άνθρωπος και περιέχει την έννοια Αθηναίος.

Ο Αριστοτέλης ξεχώρισε από το συμπέρασμα την απόδειξη, αυτή την όρισε ως συμπέρασμα που βγαίνει από προηγούμενες αναγκαίες προτάσεις και διέκρινε τη σχετική διαδικασία σε «αποδεικτική», «διαλεκτική» και «εριστική» τονίζοντας ότι για την επιστήμη σημασία έχει μόνο η πρώτη. Στη συνέχεια παρατήρησε ότι η απόδειξη στηρίζεται σε μια υπόθεση, που δεν μπορεί να αποδειχτεί καθαυτή, αλλά στηρίζεται σε μια άλλη υπόθεση επίσης αναπόδεικτη, που και αυτή στηρίζεται σε άλλη και αυτό ως το άπειρο.

Έτσι διαπίστωσε ότι η αποδεικτική διαδικασία αναγκαστικά σταματά σε ορισμένα «αξιώματα», που αν και καθαυτά είναι αναπόδεικτα, είναι φανερά από μόνα τους και πιο βέβαια από την έμμεση γνώση. Τέτοιο αξίωμα είναι η αντίφαση, ο αποκλεισμός του τρίτου κτλ. Τα «αξιώματα» κατά τον Αριστοτέλη, τα καταλαβαίνει ο νους ενορατικά, δηλαδή άμεσα. Υποστήριζε ότι κάθε γνώση στηρίζεται σε αναγωγή των φαινομένων στις αιτίες τους και του μερικού στο γενικό, με την προϋπόθεση ότι το γενικό κατοχυρώνεται από την εμπειρία του πλήθους των επιμέρους.

Στη θεωρία του για τη γνώση ο Αριστοτέλης, όπως φάνηκε από τα παραπάνω, δεν ήταν ούτε μόνο εμπειρικός, ούτε μόνο λογοκριτικός. Πίστευε δηλαδή ότι οι εντυπώσεις μας διαμορφώνονται πάντα από τις ιδιότητες των πραγμάτων και ότι τα λάθη μας οφείλονται ή σε ελαττωματικές συνδέσεις ή σε ελαττωματικά παρακόλουθα. Τη δυσκολία για την εξακρίβωση του λάθους την είχε εντοπίσει και στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων και στην πολυσημία των λέξεων που τα ορίζουν.

Έτσι δίδασκε ότι οι λογικές κατηγορίες αντιστοιχούν κανονικά στα πράγματα και ότι οι έννοιες δηλώνουν την ουσία των πραγμάτων. Γι’ αυτό θεωρούσε ως πραγματική τη γνώση που βασίζεται στις έννοιες με προϋποθέσεις που βέβαια βρίσκονται στις αισθήσεις. Στη συνέχεια χώρισε τη γνώση σε «άμεση» την οποία ο άνθρωπος αποκτά ενορατικά και σε «έμμεση», που την αποκτά με την παρατήρηση, την εμπειρία και την αφαίρεση. Δεν δεχόταν προϋπάρχουσες στον κόσμο ιδέες, όπως ο Πλάτων, αλλά μόνο τη γενική ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος να δημιουργεί έννοιες και με αυτές να αναγνωρίζει την πραγματικότητα. Σχετικά εξηγούσε τη γνώση από το «συγκεχυμένο» προς το «γνώριμον» στον άνθρωπο και το «γνώριμον» γενικά.

Ο Αριστοτέλης ταξινόμησε τις έννοιες σε 10 «κατηγορίες» με κριτήριο τη συγκεκριμένη πραγματικότητα χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα έναν άνθρωπο γνωστό, τον πλατωνικό Κορίσκο.
1. Ουσία (άνθρωπος).
2. Ποσότητα (τρεις πήχες).
3. Ποιότητα (λευκός, μορφωμένος).
4. Σχέση (μεγαλύτερος).
5. Τόπος (στην αγορά).
6. Χρόνος (χθες).
7. Θέση (κάθεται).
8. Κατάσταση (ντυμένος).
9. Ενέργεια (κόβει).
10. Πάθημα (κόπηκε).

Δεν είναι φανερό αν ο Αριστοτέλης θεωρούσε τις «κατηγορίες» ως ανώτατες έννοιες ή ως μαρτυρίες για την πραγματικότητα στις ποικίλες μορφές της. Η δεύτερη φαίνεται πιο πιθανή. Σ’ αυτή την περίπτωση ο Αριστοτέλης με τις «κατηγορίες» μεταβαίνει από τη λογική στην οντολογία.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΑΣ





Οντολογία
μεταφυσική – μορφολογία – αισθητική

Στο πρόβλημα της ουσίας ο Αριστοτέλης ξεκίνησε με την κριτική της πλατωνικής θεωρίας των ιδεών. Παρατήρησε ότι η πρωτοβουλία του Πλάτωνα να εξηγήσει την αισθητή πραγματικότητα σαν έκτυπο μιας νοητής είχε το μειονέκτημα ότι χώριζε την πραγματικότητα σε δυο επίπεδα και ότι, αντί να λύσει το πρόβλημα της ουσίας καθαυτό, το μετέθεσε σε ένα άλλο επίπεδο, που θα έπρεπε επίσης να εξηγηθεί από ένα τρίτο κ.ο.κ. ως το άπειρο. Έτσι ο Αριστοτέλης, βλέποντας τη ματαιοπονία μιας τέτοιας προσπάθειας, προτίμησε να επιστρέψει στην αισθητή πραγματικότητα και να αναζητήσει την ουσία των όντων μέσα στα συγκεκριμένα αντικείμενα.

Με προϋπόθεση τη γνώση της φυσικής φιλοσοφίας των προσωκρατικών και τα πορίσματά του από προσωπικές φυσιογνωστικές και βιολογικές έρευνες, ο Αριστοτέλης ανέλυσε τη γένεση των όντων και έφτασε στο συμπέρασμα ότι τα συστατικά στοιχεία κάθε όντος είναι η ύλη και η μορφή. Έπειτα παρατήρησε ότι η ύλη και η μορφή ως συστατικά στοιχεία των όντων δεν υπάρχουν ποτέ χωρισμένα στην πραγματικότητα. Συνεπώς κατανόησε την ύπαρξη κάθε όντως ακριβώς ως σύνδεσμο ύλης και μορφής και εξήγησε την πραγματικότητα ως ενότητα σύνθετη.

Βασισμένος στη γενικά αποδεκτή διδασκαλία της προηγούμενης φιλοσοφίας για τη γένεση και το θάνατο ως σύνθεση και διάλυση των όντων στα συστατικά τους, που καθαυτά θεωρούνται αιώνια και αμετάβλητα, θεώρησε επίσης την ύλη και τη μορφή ως συστατικά των όντων καθαυτά αιώνια και αμετάβλητα. Κατά τον Αριστοτέλη, σε κάθε γένεση, δηλαδή σε ό,τι παίρνει μορφή είτε από τη φύση είτε από χέρι ανθρώπου, υπόκειται πάντα ως βάση κάποιο υλικό, που χωρίς αυτό η γένεση είναι αδιανόητη. Με τη θέση του αυτή συμφωνούσε εξάλλου με την γενικότερη ελληνική σκέψη, τη μυθική και την επιστημονική, που είχε αποκλείσει την γένεση από το μηδέν. Έτσι ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό που γίνεται κάθε φορά με τη γένεση ενός όντος φυσικού ή τεχνητού δεν είναι ούτε ύλη ούτε μορφή, αλλά μόνο ο συγκεκριμένος σύνδεσμος ύλης και μορφής.

Σύμφωνα με τις παραπάνω γενικές διατυπώσεις του, ο Αριστοτέλης δίδαξε τα ακόλουθα. Για την ύπαρξη ενός όντος η ύλη αποτελεί τη δυνατότητα της πραγμάτωσής του και η μορφή την ενεργό παρουσία του. Η γένεση ενός όντος είναι μετάβαση από τη δυνατότητα της πραγμάτωσής του στην ενεργό παρουσία του. Κατά τη γένεση ενός όντος ορισμένη μορφή παρεμβαίνει πάνω σε ορισμένο υλικό, οπωσδήποτε δεκτικό της μορφής που το πλησιάζει, και τότε αυτό αποδεσμεύεται από την παλιά του μορφή, αποδέχεται το σύνδεσμό του με τη νέα, με αποτέλεσμα τη γένεση ενός νέου όντος. Η ύπαρξη δεν είναι κάτι που υπάρχει καθαυτό, αλλά η παρουσία της μορφής μέσα στα πράγματα σε δεδομένο χώρο και χρόνο, συνεπώς ένα πράγμα υπάρχει, όταν από την κατάσταση της δυνατότητας περνάει στην κατάσταση της πραγματικότητας σε δεδομένο τόπο και χρόνο.

Εξηγώντας ο Αριστοτέλης ότι κάθε γένεση πραγματώνεται ή από τη φύση ή από την τέχνη, παρατήρησε και τη βασική διαφορά ανάμεσα στη φυσική γένεση και στη γένεση μέσο της τέχνης. Η γένεση ενός οργανικού όντος προσδιορίζεται πάντα από την προηγούμενη παρουσία και την ενεργητική επίδραση ενός όμοιου με αυτό όντος, αφού το σπέρμα που προκύπτει από αυτό ως υποκείμενο έχει μέσα του «δυνάμει» τη μορφή του νέου όντος. Αντίθετα, στη γένεση του τεχνητού όντος η μορφή είναι από πριν παρούσα μέσα στο πνεύμα του δημιουργού του, ενώ η μετάβαση από τη δυνατότητα της ύλης στην πραγμάτωση της μορφής γίνεται μόνο ύστερα από συνειδητή εργασία του τεχνίτη πάνω στην οπωσδήποτε επιδεκτική ύλη (πέτρα, χαλκό κτλ.).

Για την πραγμάτωση της μορφής ο Αριστοτέλης διευκρίνισε ότι στην τέχνη η μορφή, που προϋπάρχει μέσα στο πνεύμα του δημιουργού, επιβάλλεται στην ύλη απέξω, ενώ στη φύση η μορφή ενεργεί η ίδια σκόπιμα μέσα στο φυσικό όν για την πραγμάτωση του εαυτού της, γιατί είναι σύμφυτη με την ύλη που αυτή δεσμεύει και η αιτία της ύπαρξής της ταυτίζεται με το σκοπό της πραγμάτωσής της.

Από αυτό το σημείο εισηγήθηκε τη θεμελιακή για το σύστημά του έννοια της «εντελέχειας», δηλαδή του αυτοσκοπού στην πραγμάτωση του όντος, έννοια που είχε την ευχέρεια να τη στηρίξει όχι μόνο μεταφυσικά αλλά και γενικότερα οντολογικά, ακόμη και λογικά και προπαντός βιολογικά. Από γενικότερη άποψη, για τη γένεση των όντων και στο φυσικό πεδίο και στο τεχνικό, ο Αριστοτέλης πέρα από τις διαφορές, θεωρούσε τη μορφή όχι ως απλό αισθητό τύπο του όντος αλλά ως αρχή που προσδιορίζει ποιοτικά το όν και που ενεργεί για να είναι αυτό έτσι που είναι.

Με τη θέση αυτή κατέστησε τη δική του έννοια της μορφής (του «είδους») κατά κάποιο τρόπο αντίστοιχη της πλατωνικής «ιδέας», ακόμη και στο ότι η μορφή ως λογικά καταληπτή παρουσία παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε το όν.

Μελετώντας το πρόβλημα της ουσίας, ο Αριστοτέλης δεν αρκέστηκε στις γενικότερες μορφολογικές θεωρήσεις του αλλά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την «ποίηση» ως γενική μορφοπλαστική ικανότητα του ανθρώπου, φανερή στα έργα του από τις πιο ταπεινές κατασκευές ως τα μνημειώδη έργα τέχνης. Έτσι παρατήρησε ότι με την «ποίηση» ο άνθρωπος δημιουργεί σε δύο επίπεδα, στο τεχνολογικό και στο καλλιτεχνικό.

Συγκεκριμένα στο τεχνολογικό επίπεδο κατασκευάζει αντικείμενα που δε γίνονται από τη φύση και που τείνουν να τη συμπληρώσουν (σκεύη, όργανα κτλ.), ενώ στο καλλιτεχνικό δημιουργεί πράγματα που απομιμούνται αντικείμενα, φαινόμενα και γεγονότα που υπάρχουν στη φύση και που τείνουν να την εξηγήσουν (έργα τέχνης).

Ειδικότερα ξεχώρισε το ωραίο από το ευχάριστο και από το καλό, παρατηρώντας ότι ένα πράγμα μπορεί να είναι ευχάριστο με την καταλληλότητά του για την εξυπηρέτηση κάποιας ανάγκης, χωρίς να είναι ωραίο από μαθηματική άποψη, χωρίς να είναι καλό από ηθική άποψη. Σχετικά αναγνώρισε ως στοιχεία του ωραίου την τάξη, τη συμμετρία και την οριστικότητα.

Για τα μορφώματα του ανθρώπινου λόγου ο Αριστοτέλης έκανε επίσης ειδικές έρευνες. Από αυτές έχουν προέλθει τα συγγράμματά του «Ρητορική τέχνη», που σώθηκε ακέραιη και το «Περί ποιητικής», που σώθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος. Στο πρώτο εξέτασε τη γλωσσική έκφραση των σκέψεων, το «πρέπον της λέξεως» και τη «διάνοιαν του λεγομένου» σε συνάρτηση με την ψυχολογία του ακροατή και σύμφωνα βέβαια με τις προϋποθέσεις αυτού του είδους σπουδής, που είχαν καλλιεργήσει πρώτοι οι σοφιστές.

Με το δεύτερο εξέτασε την ποίηση ως μίμηση, σύμφωνα βέβαια με το γενικότερο κριτήριο της θεωρίας του για την τέχνη. Από τις μορφές της ποίησης την πιο σύνθετη, την τραγωδία, την όρισε με τα παρακάτω λόγια «Έστιν ουν τραγωδία μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσης». [Τραγωδία είναι μίμηση αξιοσπούδαστης και τελειωμένης, που έχει μέγεθος, με λόγο καλλιτεχνικό, χωριστό για τη μορφή του κάθε μέρους της, με δράση και όχι με απαγγελία, που περαίνει με έλεος και φόβο την κάθαρση τέτοιων παθημάτων].

Σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήριά του ο Αριστοτέλης ήταν επόμενο να αρνηθεί τη θέση του Πλάτωνα ότι η τέχνη είναι «τρίτον από της αληθείας» και να διδάξει ότι η τέχνη, όντας μίμηση πραγμάτων, δεν παύει να είναι πραγματική γένεση, ότι ο καλλιτέχνης προσκομίζει με άλλον τρόπο πραγματική γνώση και ότι με το έργο του ανταποκρίνεται στα πιο καίρια προβλήματα του ανθρωπίνου βίου. Διευκρίνισε ότι ο καλλιτέχνης, μιμούμενος τη φύση, δεν επαναλαμβάνει το πράγμα ακριβώς όπως έγινε αλλά το παρουσιάζει έτσι όπως αυτό, σύμφωνα με τη φύση του, θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και γι’ αυτό υποστήριξε ότι η «ποίησις» είναι «φιλοσοφώτερον ιστορίας» γιατί η πρώτη συλλαμβάνει το γενικό, ενώ η δεύτερη μόνο το ειδικό.

Φυσική φιλοσοφία
κοσμολογία – φυσιογνωσία – βιολογία

Στη μελέτη του φυσικού κόσμου ο Αριστοτέλης προσδιορίστηκε, από τη βασική οντολογική θέση του ότι η ουσία των πραγμάτων είναι σύνθετη από ύλη και μορφή, που στη φυσική φιλοσοφία του τη συμπλήρωσε με το Τελεολογικό κριτήριο. Σύμφωνα μ’ αυτό η φύση δημιουργεί, πάντα σκόπιμα και πάντα πάνω σε μόνιμα καθορισμένη κλίμακα ειδών, από τα ατελέστερα προς τα τελειότερα όντα, που όχι μόνο έχουν μέσα τους καθένα χωριστά το σκοπό της αυτοπραγμάτωσής τους «εντελέχεια» αλλά και που γίνονται για να εξυπηρετήσουν, με την ίδια την αυτοπραγμάτωσή τους, την πραγμάτωση άλλων, ανώτερων ειδών, με μια εξέλιξη όχι από είδος σε είδος αλλά μέσα στα ίδια τα είδη, έτσι που να διαιωνίζεται απαραβίαστα η κλίμακα των ειδών.

Στη φυσική φιλοσοφία αντικείμενο της μελέτης του φιλοσόφου ήταν τα φυσικά πράγματα και ό,τι συμβαίνει με αυτά, δηλαδή «γένεση», «μεταβολή», «κίνηση» κτλ. Ενδιαφέρθηκε να αποσαφηνίσει πρώτα βασικές έννοιες της φυσικής, όπως το άπειρο, η μάζα και το κενό, το συνεχές, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η μεταβολή. Για την αποδοχή του απείρου είχε τρία επιχειρήματα. Πρώτο, ο χρόνος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, δεύτερο τα σώματα τέμνονται απεριόριστα και τρίτο, οι αριθμοί δεν τελειώνουν πουθενά.

Για το χώρο σε σχέση με την κίνηση παρατήρησε ότι και τα δύο προϋποθέτουν αμοιβαία το ένα το άλλο, γιατί η κίνηση είναι νοητή μόνο σε σχέση με κάτι. Για το συνεχές δίδασκε ότι, όπως ο χώρος σε σχέση με τα πράγματα, έτσι και το συνεχές δεν είναι κάτι πλάι στη μάζα, στο χρόνο και στην κίνηση αλλά μια δομή κοινή με αυτά τα φαινόμενα και παρουσιάζεται, καθώς αυτά συνδέονται λειτουργικά. Με αυτό τον τρόπο πρώτος επισήμανε τη σχετικότητα χώρου, χρόνου και κίνησης, λέγοντας ότι η κίνηση και κάθε μεταβολή είναι συνεχής, επειδή η διανυόμενη απόσταση είναι συνεχής, επειδή η κίνηση είναι συνεχής.

Γενικεύοντας δίδαξε ότι, καθώς η κίνηση είναι αιώνια, είναι αιώνιος και ο κόσμος, ότι η κίνηση των όντων φαινομενικά αυτοκίνηση, ενώ στην πραγματικότητα κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο δεν είναι παρά αυτοκίνηση πράγματος κινουμένου απέξω και ότι η αλυσίδα «κινούν-κινούμενον» προϋποθέτει ένα «ακίνητον κινούν», δηλαδή τη λογική αρχή της κίνησης που είναι καθαυτήν ανεξάρτητη από την κίνηση.

Σύμφωνα με όλες τις παραπάνω θεωρητικές διαπιστώσεις του, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο κόσμος και ολόκληρος ο βιολογικός κύκλος μέσα σ’ αυτόν είναι πράγματα αιώνια, ότι η ολοκληρωμένη μορφή κάθε παροδικού πράγματος είναι το αισθητό φανέρωμα της αιωνιότητας και της νομοτέλειας του φυσικού γίγνεσθαι και ότι ο κύκλος της ανάγκης, σε αναφορά με την αιωνιότητα της μορφής, ακολουθεί μηχανικά τη γραμμή γένεση – αύξηση – τελείωση – μείωση – φθίση – φθορά.

Τον κόσμο ο Αριστοτέλης τον περιέγραφε με αφετηρία τα δεδομένα της φυσικής φιλοσοφίας των προσωποκρατικών. Είπε ότι τα φυσικά σώματα είναι κράματα από τα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά), που συνδυάζουν μέσα τους τις βασικές ποιότητες (γη-κρύο/ζεστό, νερό-κρύο/υγρό, αέρας-ζεστό/υγρό, φωτιά-ζεστό/ξερό) και που μέσα στον κοσμικό χώρο έχουν διάταξη σε ομόκεντρες σφαίρες, με τα βαρύτερα προς το κέντρο (γη) και τα ελαφρότερα προς την περιφέρεια (φωτιά).

Σ’ αυτά τα τέσσερα στοιχεία, τα οποία οι προσωκρατικοί είχαν υποθέσει ως συστατικά του σύμπαντος, ο Αριστοτέλης πρόσθεσε πέμπτο, τον αιθέρα στην εξωτερική περιφέρεια, «πέμπτον σώμα» ή «πέμπτη ουσία» ή «πεμπτουσία» ως χαρακτηρισμός του αιθέρα. Για τον αιθέρα ο Αριστοτέλης είπε ότι από αυτόν, ως μοναδικό υλικό, αποτελούνται όλα τα ουράνια σώματα από τη Σελήνη και πέρα και γι’ αυτό το λόγο εκείνα παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα σώματα κάτω από τη Σελήνη μεταβάλλονται αδιάκοπα. (Ηράκλειτος)

Από αυτές τις θέσεις γίνεται φανερό ότι ο Αριστοτέλης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την παλιότερή του κοσμολογία ούτε στο θέμα της «δυαρχίας» (δυο είδη υλικού και δομής μέσα στο σύμπαν) ούτε στο θέμα του γεωκεντρισμού (ομόκεντρες σφαίρες γύρω από τη Γη). Για την Γη αποδέχθηκε βέβαια την επιστημονικότερη θεωρία του Ευδόξου, που της απέδωσε σφαιρικότητα ανάλογη με τη σφαιρικότητα του ουρανού και, αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, ήταν καλύτερα πληροφορημένος για τις χώρες της Δύσης παρά για εκείνες της Ανατολής.

Στα «Μετεωρολογικά» του εξέτασε ακόμη φαινόμενα, όπως οι διάττοντες και οι καινοφανείς αστέρες, οι μετεωρίτες και οι κομήτες, το Βόρειο Σέλας και ο Γαλαξίας, απαλλαγμένος από δεισιδαιμονίες που ήταν κυρίαρχες στην εποχή του γύρω από αυτά τα φαινόμενα.

Με τις επιδόσεις του σε ειδικά προβλήματα της γενικής φυσιογνωσίας της εποχής του ο Αριστοτέλης πέτυχε να θεμελιώσει θεματολογικά και μεθοδολογικά τη βιολογία και πολλούς άλλους συγγενικούς κλάδους της επιστήμης, όπως η φυτολογία, η ζωολογία, η οικολογία, η εντομολογία, η εμβρυολογία, η ψυχολογία των ζώων κτλ. Έτσι πρώτος εισηγήθηκε μεθόδους ταξινόμησης των ειδών, εξέτασε τα αίτια της διαφοροποίησης του γένους, τις κληρονομικές και τις επίκτητες ιδιότητες, την πολυγονία και την ολιγογονία, την πολυτοκία και τη διάρκεια της κύησης στα διάφορα ζώα, την εξάπλωση ορισμένων ειδών και την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στο «ήθος» των ζώων, στις συνήθειές τους, στις ασθένειές τους κτλ.

Ο φιλόσοφος αντλούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληροφοριακού υλικού του από βιβλία, λαϊκές παραδόσεις, προσωπικές συζητήσεις με γεωργούς, βοσκούς, κυνηγούς, ψαράδες, πρακτικούς γιατρούς κτλ. και σπάνια από αυτοψία. Συνεπώς, η γνώμη ότι ήταν οργανωτής ενός είδους κέντρου έρευνας για όλα αυτά τα πράγματα είναι τουλάχιστον υπερβολική.

Για τις βιολογικές έρευνές του ο Αριστοτέλης διατύπωσε και εφάρμοσε τρία κριτήρια, την «κλίμακα ζωής» (θρεπτική, αισθητική, διανοητική), την «εγγενή θερμότητα» (όσο πιο θερμόαιμο, τόσο πιο εξελιγμένο ζώο) και την «πολυπλοκότητα» της δομής (όσο πιο σύνθετα όργανα, τόσο τελειότερος οργανισμός). Ας σημειωθεί ότι εισάγοντας την έννοια του «οργάνου» και στη συνέχεια του ανόργανου και του οργανικού κόσμου, ο Αριστοτέλης ήταν προσδιορισμένος από τις κρατούσες στην εποχή του, μεταφυσικές και θεολογικές αντιλήψεις για την ψυχή, δηλαδή ότι αυτή μεταχειρίζεται το σώμα σαν όργανο για να πραγματώσει τους σκοπούς της. Συνοψίζοντας, μπορεί να λεχθεί ότι ο Αριστοτέλης επισήμανε τις εξής βιολογικές αρχές.

(t.p. Βιολογικές αρχές: που η σύγχρονη “επιστήμη” “ανακάλυψε” και διατύπωσε εκ νέου, αντιγράφoντας την συγκεκριμένη γνώση του Αριστοτέλη. Είναι γνωστό ότι ο κρετίνος Αϊνστάιν τον Αριστοτέλη αντέγραψε στην θεωρία της σχετικότητας, άλλωστε είναι επίσης γνωστό ότι η μιαρή φυλή είναι απολύτως ανίκανη να αντιληφθεί τόσο υψηλές έννοιες).

1. Η φύση είναι απλή. Επιλύει κάθε πρόβλημά της με τον απλούστερο δυνατό τρόπο και δε δημιουργεί τίποτε μάταια και περιττά.
2. Η φύση δημιουργεί αντίβαρο σε κάθε υπερβολική δύναμη και έτσι εξομαλύνει ανισότητες και αντιθέσεις.
3. Η φύση περιορίζει τα σπέρματα εκεί όπου παρατηρείται υπέρμετρη ανάπτυξη.
4. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του «είδους» μέσα στο άτομο είναι η τελευταία βαθμίδα στη διαδικασία γένεσης του εμβρύου.
5. Τα όργανα είναι εξειδικευμένα.
6. Τα όργανα, παράλληλα με την κύρια λειτουργία τους, επιτελούν και δευτερεύουσες λειτουργίες.
7. Ορισμένα όργανα είναι διαμορφωμένα έτσι, ώστε να προάγουν τη διαιώνιση του είδους.
8. Τα όργανα, όπου είναι κατά ζεύγη, έχουν συμμετρική διάταξη.



Ανθρωπολογία
ψυχολογία

Χωρίς να παραβλέψει τα κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στον άνθρωπο και τα άλλα ζώα, ο Αριστοτέλης αναγνώρισε στον άνθρωπο μια θέση μοναδική μέσα στον κόσμο. Την υπεροχή του την επισήμανε βασικά στην όρθια στάση και στο όρθιο βάδισμά του, στην κατασκευή του χεριού, στον έναρθρο λόγο και στη συνειδητή σκέψη. Με την όρθια στάση του ο άνθρωπος, έχει την ευχέρεια να κρατά ψηλά το κεφάλι και να το διευθύνει με τρόπο άγνωστο στα τετράποδα, με την ανύψωση του κεφαλιού ευνοούνται οι λειτουργίες των αισθήσεων και της νόησης.

Το χέρι ο Αριστοτέλης το είδε σαν όργανο των οργάνων. Αντιστρέφοντας όμως τη θέση του Αναξαγόρα, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο σοφό ζώο, επειδή έχει χέρια, υποστήριξε ότι, ακριβώς επειδή είναι το πιο σοφό ζώο, έχει χέρια. Για τη γλώσσα παρατήρησε ότι αυτή, με τη δομή και το σχήμα της, προπαντός όμως με τη συνθετότερη κίνησή της, είναι όργανο όχι μόνο της γεύσης αλλά και του έναρθρου λόγου, που μεταμορφώνει τη σκέψη σε φωνή και έτσι προάγει τη συνεννόηση, τη συμβίωση και τις πολυπλοκότερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Υποστήριξε επίσης ότι ο άνθρωπος διαθέτει τη νόηση σαν κάτι πρόσθετο πλάι στην αίσθηση, που είναι κοινή σε όλα τα ζώα, το είχαν ήδη παρατηρήσει ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης, οι σοφιστές και ο Πλάτων αλλά ο Αριστοτέλης έδωσε μεγάλες διαστάσεις στη μελέτη αυτής της διαφοράς. Ως απότοκα του συνόλου των φυσικών παραγόντων που συμβάλλουν στην υπεροχή του ανθρώπου παρατήρησε μια σειρά από ιδιότητες και πάθη, που χαρακτηρίζουν μόνο τον άνθρωπο.

Κατά τον Αριστοτέλη λοιπόν, μόνο ο άνθρωπος έχει την έννοια του χρόνου, την ικανότητα να μετρά το χρόνο και ό,τι άλλο, να έχει αυτοσυνείδηση και να σκέφτεται για πράγματα που απασχολούν, να επιλέγει ανάμεσα σε πολλές δυνατότητες το δικό του τρόπο για να πράξει, να γελά και να χτυπά η καρδιά του από ψυχικά και πνευματικά ερεθίσματα. Τέλος, χωρίς να αμφισβητήσει τη διαπίστωση των παλαιότερων σοφιστών, ότι πολλά ζώα υπερτερούν σε δύναμη, σε αντοχή και σε αισθητήρια όργανα, παρατήρησε ότι με το πνεύμα του ο άνθρωπος διαθέτει ανεξάντλητη εφευρετικότητα, που του ανοίγει δρόμους για να πραγματώνει κάθε σκοπό του.

Σε αναφορά με τον άνθρωπο ως σύνολο, όχι μεμονωμένα, είδε ο Αριστοτέλης και το πρόβλημα της ψυχής. Θεώρησε την ψυχή από την αρχή ως όργανο του φορέα της, και γι’ αυτό επέκρινε τόσο τη θεωρία του Δημόκριτου ότι η ψυχή αποτελείται από άτομα, όσο και τη θεωρία του Πλάτωνα ότι η ψυχή έχει αυτοκίνηση. Ο Αριστοτέλης μελέτησε την ψυχή όχι μόνο από γενική φιλοσοφική άποψη αλλά και από βιολογική, γνωσιολογική και ηθική, προσέχοντας περισσότερο, πρώτος αυτός κατά την αρχαιότητα, τα ψυχοσωματικά και βιολογικά φαινόμενα παράλληλα με τα νοητικά. Από αυτό φαίνεται πόσο διεύρυνε στον καιρό του την έννοια της ψυχής.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι και στην ψυχολογία του ο Αριστοτέλης παρέμεινε φιλόσοφος και έτσι δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με το σύγχρονο ψυχολόγο. Ο Αριστοτέλης όρισε την ψυχή με αυτά τα λόγια: «Η ψυχή έστιν εντελέχεια η πρώτη σώματος φυσικού δυνάμει ζωήν έχοντος». Ειδικότερα, θεώρησε την ψυχή σε σχέση με το σώμα από τη σκοπιά της οντολογίας του ως μορφή «είδος», από τη σκοπιά της φυσικής θεωρίας του για την κίνηση ως πηγή κίνησης «ενέργεια» και με το τελεολογικό κριτήριό του ως τελικό σκοπό του όντος «εντελέχεια».

Σύμφωνα πάντα με τα βιολογικά και τα τελεολογικά κριτήριά του, διέκρινε τρεις τύπους ψυχής, τη «θρεπτική» (του φυτού), την «αισθητική» (του ζώου) και τη «διανοητική» (του ανθρώπου).

Για τον τελευταίο τύπο ψυχής δίδαξε ότι αυτός αποτελείται από τον «παθητικόν νουν», που συνδέεται με τα πάθη και είναι θνητός και με τον «ποιητικόν νουν», που είναι απαθής, θεωρητικός και αθάνατος. Κι όπως στην κοσμολογία του, έτσι και στην ψυχολογία του, παρόλο τον πραγματισμό του, τελικά δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τα δυαρχικά κατάλοιπα.

Εν συνεχεία, με πρόθεση να μελετήσει τις «κοινές πράξεις», δηλαδή τις κοινές λειτουργίες σώματος και ψυχής, ο Αριστοτέλης έγραψε και πολλές μικρότερες, ειδικές πραγματείες για τον ύπνο, τα όνειρα, τη μαντική, την αίσθηση, τη μνήμη, τη νόηση κ.ά., που έμειναν γνωστές με το γενικό τίτλο «Μικρά Φυσικά». Για τον ύπνο, που τον χαρακτήριζε φυσιολογική απώλεια της συνείδησης, παράτησε ότι οφείλεται σε αδυναμία των αισθήσεων, που έτσι λειτουργούν ασυντόνιστα, με αποτέλεσμα το ίδιο γεγονός να έχει στην κάθε μια από αυτές διαφορετική επίδραση.

Για τα όνειρα έδωσε φυσικές εξηγήσεις, τα χαρακτήρισε δηλαδή ως ένα είδος ανάμνησης και αναίρεσε την κρατούσα αντίληψη ότι περιέχουν μηνύματα των θεών, παρατηρώντας ότι όνειρα βλέπουν και τα ζώα. Την αίσθηση, που τη θεωρούσε ψυχοσωματική λειτουργία, την απέδωσε σε αλλοίωση μέσα στο αισθητήριο όργανο, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται η αντικειμενική πραγματικότητα υποκειμενικά αλλά και με πιστότητα.

Εκτός από τις μεμονωμένες αισθήσεις ο Αριστοτέλης αναγνώρισε και μια κοινή, που έχει κριτική ιδιότητα. Εξήγησε όμως ότι η «κοινή αίσθησις» πρώτα συντονίζει τις αισθήσεις, για να παραχθεί η παράσταση (φαντασία) η οποία βοηθάει για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η μορφή, η κίνηση και ο χρόνος και ύστερα συνθέτει τις επιμέρους παραστάσεις για να παραχθεί η νόηση. Εξήγησε ότι κάθε επιμέρους αίσθηση έχει σωστή αντίληψη των πραγμάτων, ενώ το ενδεχόμενο λάθος στην παράστασή τους ανάγεται αποκλειστικά στην κοινή αίσθηση, δηλαδή στο συντονισμό των αισθήσεων.

Είπε επίσης ότι η σχέση νόησης και νοητού πράγματος είναι ανάλογη με τη σχέση αίσθησης και αισθητού πράγματος. Απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αίσθηση αφετηρία για τη νόηση και αδύνατη τη γνώση «έξω του αισθάνεσθαι». Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνθηκε από τη διδασκαλία του Πλάτωνα για την προτεραιότητα της νόησης και πλησίασε περισσότερο την αισθησιοκρατική αντίληψη του Δημόκριτου.



Ηθική

Ανθρωπολογικά θεμελίωσε ο Αριστοτέλης και την ηθική του, δηλαδή τη διδασκαλία του για το καλό και την ευτυχία, την αρετή και την πράξη. Έτσι και σ’ αυτή την περιοχή της φιλοσοφίας απομακρύνθηκε όχι μόνο από τη θρησκεία, που είχε θεμελιώσει την ηθική θεοκρατικά αλλά και από το Σωκράτη και τον Πλάτωνα, που, πιστεύοντας σε απόλυτο καλό και κακό, είχαν επιζητήσει να θεμελιώσουν την ηθική οντολογικά. Τον άνθρωπο θεώρησε ο Αριστοτέλης «αρχήν και γεννητήν των πράξεων ώσπερ και των τέκνων» και προχωρώντας ακόμη πιο μακριά από τον Πλάτωνα, τόνισε ότι ο σκοπός της ηθικής δεν είναι η γνώση του καλού και της αρετής, ως προϋπόθεση για την ηθικά καταξιωμένη πράξη, γιατί από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία άμεσα, ενώ από τη γνώση εξαρτάται έμμεσα.

Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ευτυχήσει με δικά του μέσα, έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις πράξεις του, επομένως να κατακτήσει την αρετή, που οδηγεί στην ευτυχία.

Κατά τον Αριστοτέλη, ευτυχία είναι η σύμφωνη με την αρετή και βασισμένη στη φρόνηση ενέργεια της ψυχής. Διευκρίνιζε ότι η ζωή του ανθρώπου με την ηθική καταξιωμένη δραστηριότητα του είναι γεμάτη ηδονή, γιατί οι πράξεις της αρετής έχουν μέσα τους ηδονή. Σχετικά ο Αριστοτέλης, που πίστευε ότι η ηδονή είναι φυσική ανάγκη για όλους ανεξαρτήτως τους ζωντανούς οργανισμούς και ότι γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να μη θεωρηθεί ως συστατικό της ευτυχίας, διέκρινε ηδονή των αισθήσεων και ηδονή πνευματική εξηγώντας ότι η πρώτη είναι κοινή σε όλα τα ζώα, ενώ η δεύτερη αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου, βιώνεται μέσα στην πνευματική δραστηριότητά του και είναι αβλαβής, σταθερή και πιο έντονη από εκείνη των αισθήσεων. Επισημαίνοντας ακόμη ότι η ευτυχία βρίσκεται μέσα στη δραστηριότητα τη σύμφωνη με την αρετή, δεν παρέβλεψε βέβαια το γεγονός ότι όλες οι πράξεις, άσχετα από τα αποτελέσματά τους, έχουν σκοπό την ευτυχία.

Επίσης δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι η ζωή, επομένως και η ευτυχία του ανθρώπου, εξαρτάται και από την τύχη, δηλαδή από ορισμένα εξωτερικά αγαθά. Τόνισε όμως ότι από όλα τα συντελεστικά της ευτυχίας, που καθαυτά είναι αστάθμητα, μόνο η υπεύθυνη πράξη του ανθρώπου, η σύμφωνη με την αρετή, έχει ασφάλεια και διάρκεια στην επιδίωξη της ευτυχίας. Με την προϋπόθεση ότι η ευτυχία πραγματώνεται με την αρετή, ο Αριστοτέλης έδειξε πόσο αναγκαία είναι η γνώση της αρετής.

Κατά την άποψή του, η αρετή δεν είναι ούτε πάθος ούτε δύναμη αλλά μόνιμη δεξιότητα της ψυχής, κατακτημένη με άσκηση. Εξήγησε ότι με αυτή τη δεξιότητα ο άνθρωπος επιλέγει σε ακραίες καταστάσεις, που ονομάζονται «έλλειψη» και «υπερβολή» μια μέση κατάσταση (μεσότητα) αυτή που τον αφορά και που είναι καλύτερη γι’ αυτόν «ως ή επιστήμη κελεύει και ο λόγος». Δείχνοντας ότι είναι μέσα στις δυνατότητες του ανθρώπου η εύρεση του ορθού μέτρου, επιζήτησε να καθορίσει και το κριτήριο επιλογής του τρόπου ενέργειας στην κάθε πράξη.

Σχετικά με αυτό το κριτήριο ο Αριστοτέλης, αφού παρατήρησε ότι κάθε απόκλιση από το ορθό μέτρο ενοχλεί τον άνθρωπο, επισήμανε την ανάγκη να ενεργεί ο άνθρωπος πάντα με τρόπο που να μη διαταράσσεται η ελεύθερη και καθαρή σκέψη του. Για την κατάκτηση της ίδιας της αρετής ο Αριστοτέλης, πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, έκρινε απαραίτητα τα παραπάνω. Τη γενικά ομαλή δομή και ανάπτυξη του οργανισμού, τη σωστή μάθηση και την επιμονή και μακροχρόνια άσκηση, τονίζοντας ιδιαίτερα τη σημασία του εθισμού.

Αφού έδειξε ότι η αρετή πραγματώνεται με την πράξη, ο Αριστοτέλης μελέτησε την ίδια την ηθική πράξη στη δομή της και έδωσε την ακόλουθη περιγραφή της: πρώτα ο νους διαπιστώνει ότι είναι καλό, ύστερα διεγείρεται η «όρεξις», που συντελεί ώστε η κρίση του ότι κάτι είναι καλό να μεταμορφωθεί σε επιθυμία για την προσέγγιση, την απόκτηση και γενικά τη βίωση εκείνου που θεωρήθηκε καλό. Τότε ο νους δίνει εντολή για ανταπόκριση στην επιθυμία και όταν η εντολή του βρει ανταπόκριση, η βούληση πετυχαίνει την απόφαση.

Στη συνέχεια το άτομο αναζητεί τα μέσα για την πραγμάτωση του σκοπού και υπολογίζει τις περιστάσεις, ώστε να διασφαλιστεί η πράξη από κάθε πλευρά και να επιτελεστεί σωστά και αποτελεσματικά «ότε δει και αφ’ οις και προς ους και ου ένεκα και ως δει μέσον τε και άριστον, όπερ εστί της αρετής». Ο Αριστοτέλης παρατήρησε ακόμη ότι για να πράττει κανείς ηθικά, δεν αρκεί να πράττει σωστά αλλά χρειάζεται να έχει τη σωστή διάθεση και βούληση, δηλαδή την σταθερή αγαθή προαίρεση. Έφτασε μάλιστα ως το σημείο να διατυπώσει την αρχή, που χαρακτηρίζει και την ηθική σκέψη του στο σύνολό της, ότι η προαίρεση και όχι η επιτυχία, δίνει στην πράξη ηθική αξία.

Στην ηθική φιλοσοφία του ο Αριστοτέλης, όπως και όλοι οι πριν από αυτόν φιλόσοφοι, δεν περιορίστηκαν στο ατομικό επίπεδο αλλά προχώρησε και στο κοινωνικό. Έτσι αναζήτησε την ηθική τελείωση του ανθρώπου μέσα στον οργανωμένο ομαδικό βίο και μελέτησε όλες τις μορφές επικοινωνίας, αποδίδοντας κορυφαία σημασία στην φιλία, που, με ιδιαίτερο ζήλο και προσωπική θέρμη, την ερεύνησε ως ηθικό φαινόμενο σε κάθε πτυχή της ατομικής και της κοινωνικής ζωής, από τις πιο συμπτωματικές συναντήσεις των επιβατών ενός πλοίου ως τους πιο μόνιμους δεσμούς των μελών μιας οικογένειας, ακόμη και ως τη «φιλαυτία» όπως ονόμασε ο ίδιος την αρμονική σχέση του ατόμου με τον εαυτό του.

Χρησιμοποιώντας το βιολογικό και ανθρωπολογικό κριτήριό του δε θεώρησε απλώς τις ορμές πηγή των αρετών αλλά και δίδαξε ότι η ίδια η αρχή της ηθικότητας δεν είναι παρά «ορμή άλογός τις προς το καλόν». Ωστόσο και παρά τον τονισμό της σημασίας της πράξης απέναντι στη γνώση του καλού και της αρετής, ο Αριστοτέλης σε όλα τα ηθικά συγγράμματά του έχει ακρογωνιαίο λίθο την έννοια του ορθού λόγου, που κατέχεται από την κεντρική ιδέα της αρμονίας λόγου και πάθους και εξαντλεί το ενδιαφέρον του στη θεωρητική ανάλυση των μορφών του αγαθού και της δομής της ηθικής πράξης.

Εικόνα κάτω: Το θέμα είναι ο ηθικολογικός μύθος του Αριστοτέλη και της Φιλλής, ο οποίος απέκτησε δημοτικότητα τον ύστερο Μεσαίωνα. Ο Αριστοτέλης ως δάσκαλος του Αλεξάνδρου, αφέθηκε να ταπεινωθεί από τη σαγηνευτική Φιλλή ως μάθημα για τον νεαρό ηγεμόνα, ο οποίος είχε υποκύψει στα μάτια της και παραμέλησε τις πολιτικές υποθέσεις. Ενθαρρύνοντας τον Αλέξανδρο να πειθαρχεί τα πάθη του, ο Αριστοτέλης εξήγησε ότι αν αυτός, ένας γέρος, μπορούσε να εξαπατηθεί τόσο εύκολα, οι πιθανές συνέπειες για έναν νεαρό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνες.





Πολιτική Φιλοσοφία

Με την πολιτική φιλοσοφία του ο Αριστοτέλης συμπλήρωσε την ηθική του, κυρίως στην κοινωνική της διάσταση. Όρισε την πολιτική ως τέχνη του οργανωμένου ομαδικού βίου των ανθρώπων και είναι αυτός που χαρακτήρισε τον άνθρωπο «φύσει πολιτικόν ζώον». Έτσι δίδαξε ότι ο άνθρωπος μέσα σε μια πολιτική κοινωνία μπορεί να επιτύχει την ηθική τελείωσή του και ότι οι σκοποί του ατόμου και του συνόλου ταυτίζονται στην οργανωμένη κοινωνία και πραγματώνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα σ’ αυτή.

Διαχωρίζοντας φυσικά, το κράτος από οποιαδήποτε άλλη ομάδα ανθρώπων, το προσδιόρισε ως σύνθετο σχήμα με συστατικά στοιχεία τους πολίτες, που είναι ισότιμα μέλη του και που δικαιούνται να μετέχουν στη διακυβέρνηση και στην απονομή της δικαιοσύνης. Σχετικά παρατήρησε ότι εφόσον το κράτος δημιουργήθηκε από την ανάγκη να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες για την πραγμάτωση του σκοπού της ζωής των ατόμων, αυτός ο σκοπός δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο πάνω σε βάση ηθική γιατί και η ίδια η αξία του ανθρώπου ως μέλους της κοινότητας στηρίζεται γενικά στην ηθικότητα και ειδικά στο δίκαιο.

Από αυτή την αρχή είδε ο Αριστοτέλης να προκύπτει το κύριο γνώρισμα του κράτους, η «αυτάρκεια»,δηλαδή η δυνατότητά του να δημιουργεί με δικές του δυνάμεις τους όρους ζωής για τους πολίτες του. Στην αυτάρκεια του κράτους περιέλαβε στοιχεία υλικά και πνευματικά, δηλαδή από τη μια τα μέσα διατροφής, τα «επιτηδεύματα», τα όπλα και τα χρήματα και από την άλλη τους θεσμούς, τις αρχές και τα όργανά τους, τη δημόσια λατρεία και κάθε πολιτιστικό στοιχείο που βρίσκει γενικότερη αποδοχή και ευνοεί τους σκοπούς του συνόλου.

Ως αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης δε φαίνεται να έχει απομακρυνθεί πολύ από την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, στη συνέχεια όμως γίνεται φανερό ότι σκεφτόταν με διαφορετικά κριτήρια. Έτσι, με το οικονομικό κριτήριο χώρισε τους πολίτες σε γεωργούς, τεχνίτες και εμπόρους, ενώ με το κοινωνικό σε πλούσιους, φτωχούς και μεσαίους. Με βάση αυτή την τελευταία διαίρεση, δίδαξε ότι από τις σχέσεις που διαμορφώνονται κάθε φορά ανάμεσα σ’ αυτές τις κοινωνικές τάξεις εξαρτάται η ιδιαίτερη μορφή του πολιτεύματος και οι σκοποί του συνόλου επιδιώκονται με το πολίτευμα και με την αγωγή. Το πολίτευμα ο Αριστοτέλης το προσδιόρισε ως καταστατικό χάρτη του κράτους αναφορικά με τους βασικούς παράγοντές του και τις αρμοδιότητές τους.

Το γεγονός ότι το πολίτευμα παρουσιάζει ποικίλες μορφές μέσα στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας το απέδωσε στον τρόπο που μοιράζεται η δύναμη ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του κράτους και κυρίως στη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους λίγους συνήθως πλουσίους και τους πολλούς φτωχούς πολίτες. Διαπίστωσε ότι το πολίτευμα μπορεί να παρουσιάζεται σε τρεις κύριες μορφές και τρεις εκτροπές από αυτές. Οι τρεις κύριες μορφές του πολιτεύματος είναι η βασιλεία, η αριστοκρατία και η δημοκρατία με αντίστοιχες εκτροπές από αυτές την τυραννίδα, την ολιγαρχία και την οχλοκρατία. Πάνω σ’ αυτό ο Αριστοτέλης εξήγησε ότι στη βασιλεία και την τυραννίδα η εξουσία είναι στα χέρια ενός, στην αριστοκρατία και την ολιγαρχία στα χέρια λίγων και στη δημοκρατία και την οχλοκρατία στα χέρια των πολλών. Τελικά όμως, όπως και ο Πλάτων, πριν από αυτόν, τείνει να πιστέψει ότι το πολίτευμα, όπως δείχνουν τα ίδια τα πράγματα, μπορεί να παρουσιάζεται μόνο σε δύο μορφές, στην πρώτη από αυτές το μέτρο το δίνει το κοινό καλό και στη δεύτερη το συμφέρον του άρχοντα.

Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, παρά τους στενούς προσωπικούς του δεσμούς με μονάρχες της εποχής του, δεσμούς που συχνά τον έκαναν αντιπαθή στην αθηναϊκή δημοκρατία, δεν έκρυβε την προτίμησή του στη «μέση πολιτεία», όπως ονόμασε ο ίδιος μια βασική μορφή αριστοκρατίας. Πιστεύοντας ότι αυτή η μορφή πολιτεύματος είναι η «άριστη», επισήμανε ότι σ’ αυτή φτωχοί και πλούσιοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, ότι η μεσαία τάξη εξασφαλίζει την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, με τον καλύτερο μάλιστα τρόπο, αν είναι ισχυρότερη από τις δύο άλλες τάξεις μαζί ή τουλάχιστον από την καθεμία τους, ότι η μεσαία τάξη κρατά το κέντρο βάρους στη μέση, αν απειληθεί σύγκρουση ανάμεσα στις ακραίες τάξεις και ότι, όπου επικρατεί η μεσαία τάξη, δεν αναπτύσσεται το κοινωνικό και ταξικό μίσος, γιατί από άποψη ιδιοκτησίας οι μεγάλες διαφορές περιορίζονται, με αποτέλεσμα οι κίνδυνοι πολιτικής αναταραχής να είναι ελάχιστοι.

Η ζωή των πολιτών σε ένα ιδανικό κράτος, κατά τον Αριστοτέλη, δεν μπορεί να εκδηλώνεται παρά με τη άσκηση της αρετής για το καλό του συνόλου και με την προσφορά πολλών ευκαιριών για τη χαρά της ομορφιάς. Αλλά τέτοιο κράτος, επισήμανε ο ίδιος, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αγωγή των πολιτών, που είναι μετά το πολίτευμα το δεύτερο από τα αναγκαία μέσα για την πραγμάτωση των σκοπών του κράτους. Έτσι ο Αριστοτέλης έκανε φανερή την ανάγκη να μορφώνονται τα παιδιά ως μελλοντικοί άριστοι πολίτες, σύμφωνα με ένα σύστημα αγωγής οργανωμένο και εποπτευόμενο από το άριστο κράτος, προπαντός όμως ενιαίο, όπως ενιαίος πίστεψε ότι είναι και ο σκοπός του κράτους.

Στο θέμα της αγωγής παρατήρησε ακόμη ότι δεν είναι αρκετό να προσφέρει η διδασκαλία στους μελλοντικούς άριστους πολίτες χρήσιμες γνώσεις αλλά πρέπει και να τους εθίζει στη χαρά του καλού και του ωραίου, δηλαδή να τους προετοιμάζει για να κάνουν πράξεις αρετής. Σ’ αυτή την αποστολή της αγωγής πίστευε ότι είναι ανάγκη να εντοπίζεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του κράτους και ακολουθώντας το κλασικό ιδανικό της εποχής του για πνεύμα γεμάτο υγεία, έδινε μεγάλη σημασία στην ισόρροπη ανάπτυξη της «γυμναστικής αγωγής» και της «μουσικής αγωγής».

Εκτός από το άριστο πολίτευμα και την άριστη αγωγή, ο Αριστοτέλης μελέτησε ειδικότερα την ηθική τελείωση του ατόμου σε σχέση με την κοινωνική και την πολιτική ωριμότητα του πολίτη, την κοινωνία και την οικονομία, τις πολιτικές ουτοπίες και το πάθος της εξουσίας και τις αρμοδιότητές τους, το δίκαιο και τους νόμους, την έκφραση συλλογικής βούλησης, τις κοινωνικές τάξεις και την παθολογία της πολιτείας, τις επαναστάσεις και τα αίτιά τους. Πρώτος διατύπωσε και εισηγήθηκε δύο βασικές αρχές, που ισχύουν σήμερα στην πολιτική σε παγκόσμια κλίμακα, την διάκριση των εξουσιών και την αρχή της πλειοψηφίας.

Η Αριστοτελική Πολιτεία των Αθηναίων σε πάπυρο αρ. 131
που εκτίθεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη



Η επίδραση του Αριστοτέλη

Αν υπάρχει ένας φιλόσοφος που κυριάρχησε στη σκέψη του δυτικού κόσμου, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του, αυτός είναι ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης. Ωστόσο αυτή η πνευματική κυριαρχία του, αντίθετα από την ισοδύναμη πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του μαθητή του Αλεξάνδρου, δεν έγινε πραγματικότητα παρά ύστερα από μυθιστορηματικές συνθήκες και με πολύ βραδύ ρυθμό, αφού και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, άθελά του, έγινε ο πρωταίτιος γι’ αυτή την καθυστέρηση.

Γιατί με το έργο του Αλεξάνδρου και τις συνέπειες που είχε αυτό άλλαξαν ριζικά στις δομές τους, η ζωή, η σκέψη και η τέχνη, ώστε τα κλασικά κριτήρια του Αριστοτέλη να φαίνονται ανεπαρκή στην κοινωνική πραγματικότητα της Αλεξανδρινής εποχής. Έτσι δεν άσκησε άμεσα, σε βάθος και πλάτος, την επίδραση που θα περίμενε κανείς ότι θα ασκούσε η φιλοσοφία του, κυρίως με την ηθική, την πολιτική και την αισθητική θεωρία του.

Στην αρχή ο Αριστοτέλης επηρέασε άμεσα τους μαθητές του, κυρίως τον Θεόφραστο και τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο και έμμεσα τον κύκλο του Περιπάτου, που ίδρυσε ο Θεόφραστος στην Αθήνα το 318. Το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης είχε ήδη θεμελιώσει θεματολογικά και μεθοδολογικά πολλούς κλάδους του επιστητού συνέτεινε στο να ενθαρρυνθούν και να πάρουν τις απαραίτητες κατευθύνσεις αρκετοί περιπατητικοί, για να καλλιεργήσουν, παράλληλα με τη φιλοσοφία και τις ειδικές επιστήμες, όπως ο Εύδημος, ο Μένων, ο Δικαίαρχος ο Μεσσήνιος, ο Στράτων ο Λαμψακηνός, ο Λύκων και ο Αρίστων ο Κείος. Οι δύο τελευταίοι αξίζει να αναφερθούν και για τις πρωτοβουλίες τους στην προσπάθεια για κάποια εκλαΐκευση της αριστοτελικής φιλοσοφίας.

Η επίδραση του Αριστοτέλη αυτή την περίοδο φαίνεται και από μια σειρά σωζόμενα έργα, που συγγραφείς τους είναι μερικοί από τους παραπάνω και άλλοι περιπατητικοί. Με το πέρασμα του χρόνου η επίδραση του Αριστοτέλη, ξεπερνώντας τα όρια του Περιπάτου, απλώθηκε και σε άλλες φιλοσοφικές σχολές. Για παράδειγμα αναφέρω το γεγονός ότι περίπου το 100 π.κ.ε. ο μεγάλος στωικός φιλόσοφος Ποσειδώνιος είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αριστοτελική φιλοσοφία.

Το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη αναγεννήθηκε ουσιαστικά με την πρώτη συνολική έκδοση των αριστοτελικών έργων από τον Ανδρόνικο το Ρόδιο στη Ρώμη (περ. 40-30 π.κ.ε.) με βάση τα αυτόγραφα από το προσωπικό αρχείο του Αριστοτέλη, που μετά το θάνατο του Θεόφραστου τα είχαν αποθηκεύσει οι συγγενείς του μεγάλου φιλοσόφου στην Τρωάδα. Ως την εποχή που έγινε αυτή η έκδοση, η αριστοτελική φιλοσοφία ήταν γνωστή από μερικά μόνο έργα, που είχαν κυκλοφορήσει σε περισσότερα χειρόγραφα, κυρίως από διαλόγους, όμοιους με τους πλατωνικούς, τους οποίους ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων προόριζε για το ευρύτερο κοινό.

Με αφετηρία τη συνολική έκδοση των αριστοτελικών έργων άρχισε η ευρύτερη και βαθύτερη επίδραση της σκέψης του Αριστοτέλη όχι μόνο στον κύκλο του Περιπάτου και των άλλων φιλοσοφικών σχολών αλλά και στη γενικότερη πνευματική ζωή του αρχαίου κόσμου. Επίσης, ακριβώς με βάση την παραπάνω συνολική έκδοση, άρχισε η εντονότερη και διαρκέστερη φιλολογική και φιλοσοφική δραστηριότητα για την ερμηνεία και το σχολιασμό των Αριστοτελικών έργων, καθώς και για συγκρίσεις και συσχετισμούς του αριστοτελικού συστήματος με τα άλλα.

Από τον 1ο π.κ.ε. ως τον 6ο μ.κ.ε. αιώνα γράφτηκαν τα πλουσιότερα και γενικότερα πολύτιμα για το σύγχρονο κόσμο «Υπομνήματα» στα αριστοτελικά συγγράμματα, από σοφούς σχολιαστές, όπως ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος, ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, ο Αμμώνιος ο Ερμείου, ο Ολυμπιόδωρος, ο Δαμάσκιος, ο Σιμπλίκιος, ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς και ο Ιωάννης ο Φιλόπονος. Με τον εκλεκτικό Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη εγκαινιάστηκαν οι προσπάθειες για το συμβιβασμό του Αριστοτελικού με το Πλατωνικό σύστημα, όπου με τον τονισμό της ομοιότητας των δύο συστημάτων στους τελευταίους αιώνες του αρχαίου κόσμου και ύστερα από την παρακμή του Περιπάτου, είχαν ως αποτέλεσμα η Αριστοτελική σκέψη να περάσει μόνιμα στις νεοπλατωνικές σχολές.

Στο χριστιανικό Μεσαίωνα η Αριστοτελική σκέψη άσκησε επίδραση όχι μόνο στο χριστιανικό κόσμο αλλά και στον ιουδαϊκό και τον ισλαμικό. Στην αρχή η φιλοσοφία του Αριστοτέλη- κυρίως τα λογικά συγγράμματά του σε συνδυασμό με τα μεταφυσικά και τελεολογικά κριτήρια της σκέψης του- φάνηκε πρόσφορη στους χριστιανούς, τόσο στους απολογητές και τους πατέρες, που αναζητούσαν επιχειρήματα για να ενισχύσουν την πίστη, όσο και στην επίσημη Εκκλησία, στην Ανατολή και τη Δύση, η οποία είχε ανάγκη να διατυπώσει και να διασφαλίσει τα δόγματά της.

Σε όλη τη χριστιανική διανόηση, από την εποχή της γένεσής της ως τη σύγχρονη εποχή, η αριστοτελική σκέψη, με τις επιστημονικές υπηρεσίες που προσέφερε, μπόρεσε να επιβιώσει σε βαθμό υψηλότερο και από την πλατωνική σκέψη, παρόλο που οι χριστιανοί θεωρούσαν την τελευταία κατά κάποιο τρόπο πιο βολική με το δικό τους “μήνυμα αγάπης”. Ήδη από τον 8ο αι. π.κ.ε. η αριστοτελική σκέψη άρχισε να απασχολεί την ισλαμική και την ιουδαϊκή πνευματική ζωή.

Άραβες και Εβραίοι φιλόσοφοι (Αβερρόης, Αβικέννας) μετέδωσαν στους λαούς της Ευρώπης το ενδιαφέρον για τη μελέτη του Αριστοτέλη, οποίος μέσα σε μερικούς αιώνες έγινε στη Δύση το μέτρο για όλα τα προβλήματα και ο «δάσκαλος των σοφών» όπως τον ύμνησε ο Δάντης. Στο 12ο και στο 13ο αιώνα, με την ακμή της σχολαστικής φιλοσοφίας, ο Αλβέρτος ο Μέγας και ο Θωμάς ο Ακινάτης πέτυχαν την ωριμότερη έκφραση σύνθεσης της εκκλησιαστικής διδασκαλίας με την Αριστοτελική φιλοσοφία.

Στην Αναγέννηση το ενδιαφέρον για την Αριστοτελική σκέψη, αφού ξεπέρασε την προσήλωση που χαρακτήριζε τους σχολαστικούς, στράφηκε στη μελέτη των ίδιων των πηγών, σε μια περισσότερο δημιουργική σχέση με αυτές. Βέβαια για αναγέννηση των Αριστοτελικών σπουδών με την ειδική σημασία του όρου δεν μπορεί να γίνει λόγος. Ωστόσο από τη μια ο Μελάγχθων προώθησε τη μελέτη του Αριστοτέλη στα προτεσταντικά πανεπιστήμια και από την άλλη οι Ιησουΐτες στήριξαν τις θέσεις τους με Αριστοτελική μέθοδο.

Ακόμη κι εκείνοι που πήραν εντελώς νέες κατευθύνσεις, ξεκίνησαν από τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Με κριτικότερη στάση μελέτησαν το έργο του και οι πρωτεργάτες της νεότερης φιλοσοφίας και φυσικής, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος Ντεκάρτ κ.ά. αργότερα και ο Καντ, στην αναμέτρησή του με τις οντολογίες του Λάιμπνιτς και του Βολφ, που περιέχουν αξιόλογες αριστοτελικές σκέψεις.

Στην Ευρώπη, με την έντονη φιλοσοφική κίνηση από την αρχή του 19ου αιώνα, η διδασκαλία του Αριστοτέλη συνδέθηκε με τα νεότερα ρεύματα. Έτσι, ωφελήθηκαν από τις Αριστοτελικές θεωρίες και την Αριστοτελική μέθοδο τόσο ο Έγελος Χέγκελ όσο και ο αντίπαλός του ο Τρέντελεμπουργκ. Επίσης ο Μπολτσάνο και ο Μπρεντάνο, που άνοιξαν το δρόμο για να περάσει η Αριστοτελική σκέψη στη φαινομενολογία του Χούσσερλ και στον υπαρξισμό του Χάιντεγκερ, στη θεωρία του αντικειμένου του Μάινογκ και στην απορητική οντολογία του Χάρτμαν, στη σύγχρονη βιολογία και στην κίνηση του νεοβιταλισμού, ακόμη στην ψυχανάλυση του Φρόιντ και τέλος στο νεοθετικισμό και στη γνωσιολογία της σύγχρονης αναλυτικής.

Για την ιστορία των ίδιων των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη μπορεί να αναφερθεί συνοπτικά ότι, με βάση την πρώτη συνολική έκδοσή τους από τον Ανδρόνικο, τα χειρόγραφα αντιγράφονταν και πλήθαιναν από γενιά σε γενιά ως την ανακάλυψη της τυπογραφίας. Η πρώτη έντυπη έκδοσή τους έγινε το 1489 στη Βενετία. Η έκδοση εκείνη περιείχε μόνο τη λατινική μετάφραση και τα υπομνήματα του Αβερρόη. Λίγο αργότερα, το 1495 πάλι στη Βενετία, τυπώθηκε για πρώτη φορά το ελληνικό κείμενο. Ακολούθησαν πολλές άλλες εκδόσεις ως τη μεγάλη συνολική έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1831-1870). Η ίδια Ακαδημία εξέδωσε, σε ειδική σειρά από 26 τόμους και τα αρχαία «Υπομνήματα» στα Αριστοτελικά έργα. Σήμερα τα Αριστοτελικά κείμενα είναι προσιτά στα παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, τόσο σε κριτικές και ερμηνευτικές εκδόσεις, όσο και μεταφρασμένα και σχολιασμένα.

[t.p. είναι όμως εξαφανισμένα τα “μετά τα φυσικά” κείμενα του κι όσα κυκλοφορούν είναι προπαγανδιστικά λογοκριμένα]

Αποσπάσματα πρωτοτύπων κειμένων του Αριστοτέλη.

Α) Οι στόχοι της παιδείας.

«Ότι μέν ούν νομοθετητέον περί παιδείας και ταύτην κοινήν ποιητέον, φανερόν. Τις δ’ έσται η παιδεία και πώς χρή παιδεύεσθαι, δεί μη λανθάνειν. Νύν γάρ αμφισβητείται περί των έργων. Ου γάρ ταυτά πάντες υπολαμβάνουσι δείν μανθάνειν τους νέους ούτε προς αρετήν ούτε προς τον βίον τον άριστον, ουδέ φανερόν πότερον προς την διάνοιαν πρέπει μάλλον ή προς το της ψηχ΄βης ήθος. Έκ τε τής εμποδών παιδείας ταραχώδης η σκέψις και δήλον ουδέν πότερον ασκείν δεί τά χρήσιμα πρός τον βίον ή τά τείνοντα προς αρετήν ή τά περιττά (πάντα γάρ είληφε ταύτα κριτάς τινας). Περί τε των προς αρετήν ουθέν εστιν ομολογούμενον (καί γάρ τήν αρετήν ου την αυτήν ευθύς πάντες τιμώσιν, ώστ’ ευλόγως διαφέρονται και προς την άσκησιν αυτής). Ότι μέν ούν τά αναγκαία δεί διδάσκεσθαι των χρησίμων, ουκ άδηλον. Ότι δε ου πάντα, διηρημένων των τε ελευθερίων έργων και των ανελευθερίων φανερόν, και ότι των τοιούτων δεί μετέχειν όσα των χρησίμων ποιήσει τον μετέχοντα μη βάναυσον. Βάναυσον δ’ έργον είναι δεί τούτο νομίζειν και τέχνην ταύτην και μάθησιν, όσαι προς τάς χρήσεις και τάς πράξεις τάς της αρετής άχρηστον απεργάζονται το σώμα των ελευθέρων ή τήν διάνοιαν».

Β) Η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα.

Προσδιορισμός της έννοιας «μεσότητα».

«Εν παντί δή συνεχεί καί διαιρετώ έστι λαβείν το μέν πλείον το δ’ έλαττον το δ’ ίσον, και ταύτα ή κατ’ αυτό το πράγμα ή πρός ημάς… Λέγω δέ του μέν πράγματος μέσον το ίσον απέχον αφ’ εκατέρου των άκρων, όπερ εστίν έν και το αυτό πάσιν, προς ημάς δε ό μήτε πλεονάζει μήτε ελλείπει. Τούτο δ’ ουχ έν, ουδέ ταυτόν πάσιν. Οίον ει τα δέκα πολλά τα δε δύο ολίγα, τα έξ μέσα λαμβάνουσι κατά το πράγμα. Ίσω γάρ υπερέχει τε και υπερέχεται. Τούτο δε μέσον εστί κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Το δε ημάς ουχ ούτω ληπτέον. Ου γάρ ει τω δέκα μναί φαγείν πολύ δύο δε ολίγον, ο αλείπτης έξ μνάς προστάξει. Έστι γάρ ίσως και τούτο πολύ τω ληψομένω ή ολίγον. Μίλωνι μέν γάρ ολίγον, τω δε αρχομένω των γυμνασίων πολύ. Ομοίως επί δρόμου και πάλης. Ούτω δη πάς επιστήμων την υπερβολήν μεν και την έλλειψιν φεύγει, το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται, μέσον δε ου το του πράγματος αλλά το προς ημάς».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία.
1) The Philosophy of Aristotle.
2) W. D. Ross, «Αριστοτέλης» ISBN 960-250-038-7.
3) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
4) Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.
5) Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό.
6) Ιστορία του Πολιτισμού.
7) Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία.
8) W. K. C. Guthrie, A History of Greek Philosophy (τόμ. 1-2, Καίμπριτζ 1962-1965).
9) D. J. Allan, The Philosophy of Aristotle (Home Univ. Libr., 1952.
10) J. H. Randall, Aristotle (Νέα Υόρκη, Columbia, 1960).
11) E. R. Bevan, Stoics and Sceptics (Οξφόρδη 1913. ανατύπωση, Καίμπριτζ, Heffer, 1959).
12) H. I. Marrou, History of Education in Antiquity (αγγλ. μτφρ., Λονδίνο, Sheed and Ward, 1956 [ελλην. μτφρ. Θ. Φωτεινοπούλου, Αθήνα 1961]).
13) Day J. & Chambers M., Aristotle’s History of Athenian Democracy. Berkeley & Los Angeles, 1962.
14) Kagan D., The Great Dialogue: A History of Greek Political Thought from Homer to Polybius. Νέα Υόρκη, 1965.
15) Kagan D., Sources in Greek Political Thought. Νέα Υόρκη, 1965.
16) Myres J. L., The Political Ideas of the Greeks. Λονδίνο, 1927.
17) Allan D., The Philosophy of Aristotle. Λονδίνο, 1952.
18) Brumbaugh R. S., The Philosophers of Greece. Νέα Υόρκη, 1964.
19) Cherniss H. F., Aristotle’s Criticism of the Pre-Socratics. Βαλτιμόρη, 1935.
20) Cherniss H. F., Aristotle’s Criticism of Plato and the Academy. Βαλτιμόρη, 1944.
21) Jaeger W., Aristotle: Fundamentals of the History of his Development. Οξφόρδη, 1934.
22) Randall J. H., Jr., Aristotle. Νέα Υόρκη, 1962.
23) Solmsen F., Aristotle’s Natural World. Ιθάκη, 1963.
24) Untersteiner M., The Sophists. Νέα Υόρκη, 1954.
25) Wilamowitz-Moellendorff U. von, Aristoteles und Athen. Βερολίνο, 1893.
26) Wilamowitz-Moellendorff U. von, Der Glaube der Hellenen, Βερολίνο, 1931-32.
27) Jones J., On Aristotle and Greek Tragedy. Λονδίνο, 1962.
28) Farrington B., Science and Politics in the Ancient World. Λονδίνο, 1939.

Η παρούσα μελέτη έγινε στα πλαίσια εργασιών υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, το σχολικό έτος 2005-6, στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων.

Αμαλίας Κ. Ηλιάδη: Γεννήθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχει συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολείται ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.

(t.p.) υποσημειώσεις του ιστολογίου